Θέλουμε ή δεν θέλουμε λύσεις;

Θέλουμε ή δεν θέλουμε λύσεις;
Θέλουμε ή δεν θέλουμε λύσεις; A DEDE
Bu içerik 1782 kez okundu.

Οι λεκτικές επιθέσεις κατά του ομότιμου καθηγητή του ΕΚΠΑ Χρήστου Ροζάκη, όταν διατύπωσε απόψεις που δεν άρεσαν, φανέρωσαν τη γύμνια της συζήτησης και της κουλτούρας διαλόγου όταν αναφερόμαστε στα περίφημα «εθνικά θέματα». Σε θέματα για τα οποία μόνο μία άποψη είναι η εθνικά ορθή, ενώ κάθε άλλη ρίχνεται στο πυρ. Η εθνική άποψη είναι μονολιθική, άκαμπτη και συχνά χωρίς ουσιαστική επιστημονική τεκμηρίωση. Εξάλλου, οι υπερασπιστές της εθνικής ορθότητας έχουν το δικαίωμα να ασκούν ψυχολογική –και ενίοτε σωματική– βία σε όσους αρθρώνουν κάποια άλλη άποψη, ακόμα και εάν αυτή είναι η «εθνικά ωφέλιμη».

Το πρόσφατο περιστατικό δημόσιου εκφοβισμού (μπούλινγκ) στόχευσε τον Χρήστο Ροζάκη, από τους λίγους καλούς γνώστες των ελληνοτουρκικών ζητημάτων επί δεκαετίες. Εκτός από την έλλειψη κουλτούρας διαλόγου, το περιστατικό φανέρωσε και θέματα ουσίας: τι λέει η εθνική γραμμή και κυρίως τι αποκρύπτει.

Οι ελληνοτουρκικές αμφισβητήσεις, διεκδικήσεις και ασάφειες στις εναέριες και θαλάσσιες ζώνες δηλητηριάζουν τις διμερείς σχέσεις, χωρίς ποτέ να λύνονται οι εκκρεμότητες. Αντίθετα, προστίθενται καινούργιες. Η αμφίπλευρη καχυποψία έχει ασφαλώς μια γενεαλογία που εκτείνεται πίσω, από το 1974, χρονιά του ελληνοκίνητου πραξικοπήματος στην Κύπρο και της τουρκικής εισβολής και κατοχής.

Μπορεί σήμερα να γίνουν βήματα στην κατεύθυνση της επίλυσης, αντί της κρίσης που διαφαίνεται με φόντο τα δικαιώματα επί των υδρογονανθράκων στη γειτονιά μας; Η απευθείας συνεννόηση με την Τουρκία είναι απαραίτητη, ενώ οι αντιπερισπασμοί μέσω συνεννόησης με τις γειτονικές χώρες δεν οδηγούν σε ορατό αποτέλεσμα, καθώς υποβοηθούν την τουρκική πολιτική συνεχούς αμφισβήτησης. Ετσι, η ελληνική πολιτική, χωρίς να χρησιμοποιεί τα μέσα που προσφέρει το διεθνές δίκαιο, συνεισφέρει στη μη επίλυση των εκκρεμοτήτων.

Τα μέσα επίλυσης των διαφορών βασίζονται στη συναίνεση αλλά και στη δεσμευτικότητα. Στην υπόθεση ότι Ελλάδα και Τουρκία συναποφασίζουν να στείλουν τις διαφορές τους στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θα άνοιγαν νέες προοπτικές. Πρώτη και σημαντική συνέπεια: ότι τα δύο μέρη θα είχαν απαλλαγεί από ένα κοστοβόρο κεφάλαιο έντασης. Θα είχαν να αντιμετωπίσουν όμως κύμα δυσαρέσκειας για όλα αυτά που θεωρούνταν ότι ανήκουν στον ιερό χώρο του άβατου των «εθνικών θεμάτων».

Στην υποθετική λύση μέσω του Δικαστηρίου της Χάγης θα έπρεπε να οριστεί το περιεχόμενο των διαφορών προς επίλυση. Είναι αλήθεια ότι η Τουρκία, σταδιακά, τα τελευταία 30 χρόνια, ανοίγει νέα ζητήματα αμφισβήτησης ζωνών κυριαρχίας της Ελλάδας. Ενα από τα επιχειρήματα λέει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συναινέσει στην υποβολή τέτοιων θεμάτων στο Δικαστήριο γιατί θα αναγνώριζε ότι η Τουρκία μπορεί να διεκδικεί οτιδήποτε οπουδήποτε. Δεν είναι άστοχο το επιχείρημα.

Ωστόσο, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι, αντίστροφα, εάν τέτοια ζητήματα (π.χ. γκρίζες ζώνες τύπου Ιμια, Γαύδος) πήγαιναν στη Χάγη, δεν υπάρχει περίπτωση να χάσει η Ελλάδα και η κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της θα ήταν παραδειγματική και μόνιμη. Θα μπορούσε επίσης η Ελλάδα να ακολουθούσε μια επιθετική και δίκαιη πολιτική μέσω προσφυγής στη Χάγη σχετικά με το τουρκολιβυκό μνημόνιο για την ΑΟΖ, η οποία έτσι όπως χαράχτηκε περιορίζει μελλοντικά δικαιώματα εκμετάλλευσης της Ελλάδας. Και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, απαιτείται συνυποσχετικό, και άρα προηγούμενη διαπραγμάτευση.

Το πρόβλημα και στις δύο πλευρές του Αιγαίου είναι ότι έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία 40-50 χρόνια βεβαιότητες ότι η «δική μας πλευρά (μόνον) έχει δίκιο». Τα πράγματα δεν έχουν έτσι, εκτός από κραυγαλέες περιπτώσεις διεκδικήσεων-πυροτεχνημάτων της τουρκικής πλευράς, αλλά και δημιουργίας τετελεσμένων, όπως το προαναφερθέν μνημόνιο με τη Λιβύη. Θα αναφερθώ μόνο στην ελληνική πλευρά και στις βεβαιότητες που εδώ αναπαράγονται και οι οποίες πιθανόν να ανατραπούν από μια δικαστική κρίση με βάση το διεθνές δίκαιο:

■ Ο ελληνικό εθνικός εναέριος χώρος στα 10 ν.μ. από την ακτογραμμή. Στην πραγματικότητα, εθνικός εναέριος χώρος πέραν των 6 ν.μ. (βλ. εναρμόνιση με τα χωρικά ύδατα) δεν υφίσταται διεθνώς.

■ Οτι το Καστελόριζο έχει αυτόνομη υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ σε όλη την έκταση που θα της αναλογούσε. Ωστόσο, η διεθνής νομολογία δεν συνηγορεί.

■ Οτι η Ελλάδα μπορεί να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ. Νομικά ισχύει. Πολιτικά είναι ατελέσφορο και επιβλαβές μέτρο. Θα αλλοίωνε δραστικά την υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας και θα τίναζε την όλη διαπραγμάτευση στον αέρα. Κανένα μέρος δεν θα είχε το δικαίωμα εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του υπεδάφους.

■ Οτι υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ μπορούν να κηρυχθούν μονομερώς. Δεν μπορεί να συμβεί εφόσον οι ζώνες εφάπτονται. Απαιτείται συνεπώς ελληνοτουρκική συνεννόηση. Οπως ορθά συνέβη μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας.

■ Η άρση της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου τα οποία υπάγονται σε τρία διαφορετικά καθεστώτα. Δεν είναι βέβαιη η έκβαση μιας πιθανής αναθεώρησης.

Οι παραπάνω βεβαιότητες προσκρούουν σε νομικής και διεθνοπολιτικής φύσης πραγματικότητες. Το ελληνικό κοινό δύσκολα θα αναθεωρήσει τις βεβαιότητες που του έχουν καλλιεργήσει όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Θα πρέπει να γίνει γνωστό ότι στο Δικαστήριο της Χάγης με βάση την αρχή της ευθυδικίας η Τουρκία θα «κερδίσει» ένα ποσοστό των ζωνών εκμετάλλευσης (υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ) πέραν αυτού που τυπικά δικαιούται. Αγνωστο πόσο. Και το σημαντικότερο: η Ελλάδα για να ενεργοποιήσει δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα θα πρέπει να συμφωνήσει με την Τουρκία για τα όριά της. Το ίδιο εάν επιδιώκει να κατοχυρώσει και ΑΟΖ, η οποία δεν έχει νόημα στο Αιγαίο.

Η ελληνοτουρκική συνεννόηση απευθείας ή μέσω δικαστικής απόφασης είναι αμφίδρομη και αναγκαία. Πόσο μάλλον όταν το εφαρμοστέο δίκαιο θα πρέπει επίσης να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας. Εμμεση ή άμεση εκμετάλλευση των υδρογοναθράκων, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής στην υφαλοκρηπίδα, σημαίνει στο μέλλον πολλαπλασιασμό των ωφελημάτων και για τους δύο. Διπλό όφελος το κοινό όφελος, λοιπόν, μέσα από συνεργασία, ως απαραίτητη προϋπόθεση κάθε απόπειρας εκμετάλλευσης αλλά και προστασίας του (κοινού μας) περιβάλλοντος.

Η επίλυση των διαφορών προϋποθέτει νηφάλια διαπραγμάτευση, η οποία δεν μπορεί να γίνει σε συνθήκες έντασης και κρίσης. Σήμερα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διατρέχουν περίοδο ψυχρού πολέμου, με όχημα την προκλητική τουρκική πολιτική στους θαλάσσιους χώρους στην Ανατολική Μεσόγειο.

Θέλει πολύπλευρες και αποτελεσματικές διπλωματικές προσπάθειες εκτόνωσης της έντασης και άρσης των τετελεσμένων που προσπαθεί να επιβάλει η Αγκυρα. Παράλληλα, χρειάζεται δουλειά στο εσωτερικό της Ελλάδας: ψύχραιμο διάλογο, σταθερή πολιτική γραμμή διάλυσης των πλαστών βεβαιοτήτων, που μόνο κακό κάνουν και υπονομεύουν την πιθανότητα λύσης μέσω μιας προσφυγής στη Χάγη. Γιατί «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό» και όχι ό,τι θα θέλαμε να είναι αληθινό. Η εφαρμογή, λοιπόν, του διεθνούς δικαίου στην πραγματική του διάσταση, και μόνον, υποδεικνύει με ασφάλεια το συμφέρον της Ελλάδας σε αυτήν την κρίσιμη καμπή των ελληνοτουρκικών.

Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης

Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

ΠΗΓΗ

Tsitselikis Yunanistan Türkiye
İLGİNİZİ ÇEKEBİLİR X
Το μάθημα Ερντογάν
Το μάθημα Ερντογάν
Türkiye Doğu Akdeniz’de yeni Navtex yayınladı
Türkiye Doğu Akdeniz’de yeni Navtex yayınladı