ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, ΟΠΩΣ ΔΕΝ ΤΑ ΣΥΖΗΤΑΜΕ

ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, ΟΠΩΣ ΔΕΝ ΤΑ ΣΥΖΗΤΑΜΕ
ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, ΟΠΩΣ ΔΕΝ ΤΑ ΣΥΖΗΤΑΜΕ A DEDE
Bu içerik 765 kez okundu.

Θόδωρος Τσίκας

Τχ. 149

Όπως η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία έχουν τις δικές τους θέσεις, έχει και η άλλη πλευρά τις απόψεις της, τις οποίες δεν μπορεί να αγνοούμε.

Η Τουρκία θεωρεί ότι η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία κάνουν «μονομερείς» κινήσεις. Ότι, μέσω των συνεργασιών με Αίγυπτο και Ισραήλ, προσπαθούν να την αποκλείσουν από την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Θεωρεί επίσης ότι οι Ελληνοκύπριοι, ξεκινώντας μόνοι τους υποθαλάσσιες έρευνες, αποκλείουν τους Τουρκοκυπρίους. Λέει ότι, παράλληλα, η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν συναινεί σε λύση του Κυπριακού, που θα έδινε στην τουρκοκυπριακή Κοινότητα συμμετοχή στην κυβέρνηση μιας ομοσπονδιακής Κύπρου.

Η τουρκική απάντηση ήταν οι γεωτρήσεις στα ανοιχτά της Κύπρου και το παράνομο μνημόνιο με τη Λιβύη, το οποίο πλήττει μόνο την Ελλάδα.

Το Αιγαίο δεν είναι ελληνική λίμνη

Στην Ελλάδα, η κοινή γνώμη νομίζει ότι στις ελληνοτουρκικές διαφορές η ελληνική πλευρά έχει 100% δίκιο. Η διεθνής κοινότητα, ενώ θεωρεί ότι η ελληνική θέση είναι πιο κοντά στο Διεθνές Δίκαιο, δεν ασπάζεται πλήρως την ελληνική ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου.

Το Δίκαιο της Θάλασσας δεν δίνει τη δυνατότητα να θεωρηθεί το Αιγαίο «ελληνική λίμνη», ως εάν η Ελλάδα να κατείχε και τις δύο πλευρές του Αιγαίου. Έτσι, οι δύο χώρες διαφωνούν για το πώς μπορεί αυτό να εφαρμοστεί.

Το γεγονός ότι η Ελλάδα επέκτεινε τα χωρικά ύδατά της στα 12 ναυτικά μίλια μόνο στο Ιόνιο Πέλαγος πρέπει να αξιοποιηθεί ως μήνυμα προς στην Τουρκία. Ότι, δηλαδή, η χώρα μας δεν θεωρεί το Αιγαίο ως «ελληνική λίμνη». Και η κίνηση αυτή να ενταχθεί σε μια στρατηγική διευθέτησης των διμερών διαφορών.

Με βάση το καθεστώς που αναγνωρίζεται σήμερα διεθνώς, συμπεριλαμβανομένων της Ελλάδας και της Τουρκίας, το Αιγαίο είναι ελληνικό κατά 35%. Είναι κυρίως διεθνές (κατά 56%) και τριτευόντως τουρκικό (κατά 9%). Επομένως η Τουρκία ως παράκτια χώρα έχει, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, νόμιμα συμφέροντα στον διεθνή εναέριο χώρο και στα διεθνή ύδατα.

Με βάση αυτή την παραδοχή, θα ήταν «κοντόφθαλμη» και εχθρική προς τη γειτονική χώρα μια «συμμαχία» για να την αποκλείσουμε από τις ενεργειακές πηγές της Ανατολικής Μεσογείου, «εργαλειοποιώντας» το Καστελόριζο, χωρίς να έχουμε κανένα άμεσο συμφέρον.

Οι ΑΟΖ δεν είναι ζώνες εθνικής κυριαρχίας. Είναι διεθνή ύδατα, στα οποία τα παράκτια κράτη έχουν δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης. Σήμερα δεν υπάρχουν ΑΟΖ στο Αιγαίο και στο πλησίον τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου. Ούτε μπορούν να οριστούν μονομερώς από κάποιο κράτος. Απαιτείται συμφωνία μεταξύ των παράκτιων χωρών, εν προκειμένω μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η καλύτερη λύση θα ήταν να πρωταγωνιστήσουμε σε μια Διάσκεψη των ενδιαφερόμενων χωρών της Ανατολικής Μεσογείου για την από κοινού χάραξη των ΑΟΖ, σε συνδυασμό με την επίλυση του Κυπριακού, και να αποφεύγουμε να συμβάλλουμε σε αχρείαστες εντάσεις.

 

Απαραίτητος ο συμβιβασμός

Σε μια διαπραγμάτευση πάντα υπάρχει συμβιβασμός. Δεν μπορείς να καταλήξεις σε μια συζήτηση με βάση τις αρχικές μαξιμαλιστικές θέσεις σου, διότι υπάρχουν και τα δικαιώματα των άλλων.

Στη συμφωνία με την Ιταλία, η Ελλάδα ορθώς αποδέχτηκε ότι τα Διαπόντια νησιά (Οθωνοί κ.λπ., βορείως της Κέρκυρας) και οι Στροφάδες (νοτίως της Ζακύνθου) στο Ιόνιο, επειδή είναι πολύ μικρά νησιά, δεν έχουν πλήρη επήρεια στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Στην τμηματική συμφωνία με την Αίγυπτο, η χώρα μας κινούμενη επίσης με ρεαλισμό συμφώνησε σε μηδενική επήρεια δύο πολύ μικρών ελληνικών νησιών στα νότια του Λασιθίου της Κρήτης. Δεν μπορεί παρά να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια και στις υπόλοιπες συζητήσεις με την Αίγυπτο, αλλά και με την Αλβανία, τη Λιβύη και την Τουρκία. Αν δεν το κάνει, θα γίνει καταγέλαστη διεθνώς.

Σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, το μήκος των ακτών παίζει μεγάλο ρόλο στη χάραξη της γραμμής. Ειδικά αν τα νησάκια είναι πολύ κοντά σε μεγάλες ηπειρωτικές ακτές, όπως αυτές της Τουρκίας ή της Αφρικής (Αίγυπτος, Λιβύη), δεν μπορούν να ακυρώσουν τα δικαιώματα της απέναντι μεγάλης ακτής.

Έχουμε διεθνείς δικαστικές αποφάσεις και συμφωνίες μεταξύ κρατών, που περιορίζουν την επήρεια των πολύ μικρών νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Έχουμε και ορισμένες, που δεν δίνουν καθόλου επήρεια σε πολύ μικρά νησιά.

Ενώ το Καστελόριζο έχει αναμφισβήτητα υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, δεν θα έχει 100% επήρεια. Δεν μπορεί να έχει ΑΟΖ 4.000 φορές μεγαλύτερη από την έκτασή του και να «εμποδίσει» την έξοδο της Τουρκίας στα διεθνή ύδατα, όσον αφορά ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.

Μια μελλοντική ελληνική ΑΟΖ δεν θα «συνορεύει» με την κυπριακή ΑΟΖ. Ανάμεσά τους θα παρεμβάλλεται ένα τμήμα της τουρκικής ΑΟΖ. Όχι τόσο σε μέγεθος όσο «δίνει» η συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης, αλλά θα υπάρχει.

Περιεχόμενο ελληνοτουρκικού διαλόγου

Σε έναν διάλογο, κάθε πλευρά θέτει τα θέματα που επιθυμεί. Δεν μπορεί η άλλη πλευρά να της υπαγορεύσει τι θα πει, ούτε να της απαγορεύσει να αναφερθεί σε κάτι. Ούτε η Ελλάδα θα πει στην Τουρκία τι θα θέσει, ούτε φυσικά η Τουρκία στην Ελλάδα.

Διαφορά γεννιέται σε κάθε θέμα για το οποίο υπάρχει διαφορετική εκτίμηση μεταξύ των δύο πλευρών. Εφόσον μία πλευρά εγείρει ένα θέμα, αμέσως προκύπτει μια διμερής διαφορά. Το να αρνείται κανείς το δικαίωμα της κάθε πλευράς να θέσει στον διάλογο τα θέματα που επιθυμεί ισοδυναμεί με άρνηση του ίδιου του διαλόγου.

Στις συνομιλίες, από παλιά έχουν συμφωνηθεί κάποιες κατευθύνσεις, που θα μπορούσαν να είναι και σήμερα η βάση μιας οριστικής συμφωνίας, με επέκταση, εμβάθυνση και επικαιροποίησή τους. Αυτές ήταν:

  • Επίλυση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας με διαπραγμάτευση ή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
  • Η τουρκική υφαλοκρηπίδα να μην εγκλωβίζει τα ελληνικά νησιά του Αν. Αιγαίου.
  • Η ελληνική υφαλοκρηπίδα να μην κλείνει τις εξόδους της Τουρκίας στην ανοιχτή θάλασσα του Αιγαίου.
  • Η Ελλάδα να μην επεκτείνει μονομερώς την αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα) της.
  • Η Ελλάδα να προσαρμόσει τον εναέριο χώρο της στην αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα) της.
  • Να μην εγερθεί ζήτημα ΑΟΖ από τις δύο πλευρές (την εποχή εκείνη δεν είχε προκύψει).
  • Η επίλυση των διαφορών να λαμβάνει υπόψη ανάγκες και φόβους και των δύο χωρών.

Χωρικά ύδατα και εναέριος χώρος

Υπάρχει μια γενική παραδοχή από τους γνώστες του θέματος, ότι το δικαίωμα που δίνει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας στην Ελλάδα για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια στο Αιγαίο δεν θα μπορέσει να εφαρμοστεί. Όχι τόσο λόγω του casus belli της Τουρκίας, αλλά κυρίως λόγω της αντίθεσης όλων των κρατών με ισχυρό διεθνή ρόλο, με ναυτιλιακά και στρατιωτικά συμφέροντα στην περιοχή (ΗΠΑ, Ρωσία κ.ά.).

Δεν είναι τυχαίο ότι καμία ελληνική κυβέρνηση δεν το εφάρμοσε μέχρι τώρα. Η Ελλάδα, καθώς προχωρεί ο χρόνος, κινδυνεύει να χάσει κάθε διαπραγματευτική αξία του δικαιώματος αυτού, ενώ μπορεί να της δοθεί ένα ισχυρό αντάλλαγμα σε άλλα θέματα, αν επιλέξει τη μη εφαρμογή του.

Από την άλλη πλευρά, το εύρος των 10 μιλίων του ελληνικού εναέριου χώρου, που καθιερώθηκε μονομερώς με ένα απλό Προεδρικό Διάταγμα το 1931 για την «αστυνόμευση της πολιτικής αεροπορίας», αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία, καθώς τα ελληνικά χωρικά ύδατα εκτείνονται στα 6 μίλια.

Έχει ωριμάσει η διαπίστωση σε ευρύ φάσμα δυνάμεων στην Ελλάδα, πως η αναντιστοιχία του εύρους του εναέριου χώρου με τον υποκείμενο θαλάσσιο χώρο δημιουργεί περιπλοκές, αποτελεί μόνιμη πηγή έντασης στο Αιγαίο και δεν συγκεντρώνει τη διεθνή υποστήριξη.

Λύση είναι η εναρμόνιση του εναέριου και του θαλάσσιου χώρου μας. Αυτή θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί σε διαφορετικό εύρος κατά τόπους, ανάλογα με τη γεωφυσική διαμόρφωση των ακτών και των νησιωτικών συμπλεγμάτων. (Μία εκδοχή: αλλού 6, αλλού 8, αλλού 10, αλλού 12 μίλια. Δεύτερη εκδοχή: επέκταση έως 7-8 μίλια παντού. Τρίτη εκδοχή: επέκταση από 10 έως 12 μίλια στις ηπειρωτικές ακτές και 6 μίλια στα νησιά κοκ.) Πάντα όμως μετά από διαβούλευση, με όλες τις γειτονικές χώρες στο Αιγαίο, τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας που το χρησιμοποιούν ως δίοδο και τις διεθνείς ναυτικές δυνάμεις.

Θα μπορούσαν επίσης να οριστούν συγκεκριμένα σημεία ελεύθερης διέλευσης (αεροδιάδρομοι) των τουρκικών στρατιωτικών αεροσκαφών προς τον διεθνή εναέριο χώρο, μέσω του FIR (Περιοχή Πληροφόρησης Πτήσεων) Αθηνών, ώστε να μην πραγματοποιούνται επικίνδυνες και κοστοβόρες αερομαχίες.

Μετά από αυτές τις ρυθμίσεις, μπορεί να υπογραφεί συνυποσχετικό μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, με στόχο την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Αν δεν έχει επιτευχθεί αποτέλεσμα στον διάλογο κατά την προηγούμενη φάση, θα χρειαστεί και ορισμένα από τα άλλα θέματα του Αιγαίου να παραπεμφθούν μαζί στη Χάγη. Διότι η επίλυση ορισμένων από αυτά αποτελεί προϋπόθεση για επίλυση και των υπολοίπων.

Εκμετάλλευση πόρων

Αφού επιτευχθεί η οριοθέτηση, θα ήταν δυνατόν να υπάρξει κοινή εξερεύνηση και κοινή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του Αιγαίου (ή μέρους τους). Είτε διμερώς είτε με συμμετοχή και άλλων χωρών, διεθνών και περιφερειακών οργανισμών, καθώς και μεγάλων εταιρειών σε ένα διεθνές κονσόρτσιουμ, που θα εξασφάλιζε και τα απαραίτητα κεφάλαια.

Μείζον θέμα φυσικά είναι να επιλέξουμε τι μοντέλο ανάπτυξης επιθυμούμε. Η Ελλάδα αποκομίζει πόρους από τον Τουρισμό και η προστασία του περιβάλλοντος έχει πολύ μεγάλη σημασία. Είμαστε έτοιμοι να επωμιστούμε τις καταστροφικές συνέπειες ενός ατυχήματος σε εγκαταστάσεις άντλησης ή διαρροή από τάνκερ που θα μεταφέρουν το προϊόν των γεωτρήσεων, με πετρελαιοκηλίδες κ.λπ.;

Όταν όλος ο κόσμος προχωράει σε απεξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες, εμείς τώρα θα επενδύσουμε σε αυτούς; Η Ευρώπη, μέχρι το 2050, θα έχει πλήρως απεξαρτηθεί. Σε ποιον θα πωλείται το φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο, το οποίο για να είναι αξιοποιήσιμο, θα περάσουν αρκετά χρόνια από τώρα;

Και σίγουρα, δεν πρέπει να εγκλωβιζόμαστε σε ανεφάρμοστα, φαραωνικά, κοστοβόρα και βλαπτικά για το περιβάλλον σχέδια, όπως ο μελετώμενος αγωγός EastMed.

Σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας

Στην κατεύθυνση της ρύθμισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, θα διευκόλυνε ένα δεύτερο «Ελσίνκι». Όχι, δηλαδή, αποκλεισμός της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, αλλά το αντίθετο. Μια διαδικασία επανασύστασης των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας σε νέα βάση. Θα μπορούσε να είναι μια προνομιακή ενισχυμένη «ειδική σχέση», που δεν θα απέκλειε στο μέλλον μια προοπτική πλήρους ένταξης.

Με τη συμφωνία του Συμβουλίου Κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι το 1999 είχε ανοίξει μια νέα περίοδος στις ευρω-τουρκικές και ελληνοτουρκικές σχέσεις. Τότε η Τουρκία ενδιαφερόταν ζωηρά για την προώθηση της υποψηφιότητάς της στην ΕΕ, ενώ η Ελλάδα για την ένταξη της Κύπρου. Η Τουρκία είχε αναλάβει την υποχρέωση να επιλύσει τις «συνοριακές και άλλες» διαφορές της με τα κράτη-μέλη της ΕΕ (την Ελλάδα δηλαδή), μέσω διαπραγματεύσεων με ένα σαφές χρονοδιάγραμμα. Αν αυτό δεν επετυγχάνετο μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η Τουρκία αναλάμβανε την υποχρέωση να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τη διευθέτησή τους.

Η Ελλάδα όμως άλλαξε γνώμη, με την αλλαγή κυβέρνησης που προέκυψε στο μεταξύ, η οποία ήρε το δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα. Εκεί χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία. Διότι προχώρησε μεν ο διάλογος, αλλά κατέστη αέναος.

Στις «διερευνητικές επαφές» μεταξύ των δύο υπουργείων Εξωτερικών, που άρχισαν τότε, έχουν κατά καιρούς τεθεί πολλά ζητήματα του θαλάσσιου και εναέριου καθεστώτος του Αιγαίου και άλλα διμερή θέματα, πέραν της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Σε κάποια θέματα υπήρξε προσέγγιση, ενώ σε άλλα όχι. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν ήταν έτοιμες οι πολιτικές ηγεσίες να προχωρήσουν. Λόγω πολιτικών συνθηκών, άλλοτε στην Ελλάδα και άλλοτε στην Τουρκία.

Κυπριακό πρόβλημα και ελληνοτουρκικές σχέσεις

Κάθε όξυνση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχει δυσμενείς συνέπειες στην Κύπρο. Η Τουρκία διατηρεί βαριά εξοπλισμένα στρατεύματα στο Νησί και από αυτήν την άποψη βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση. Η ένταση μπορεί να μεταφερθεί και στο Νησί. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό θα ακυρωθούν για μεγάλο διάστημα, καθώς το κλίμα θα είναι αρνητικό. Αυτό βολεύει όσους επιθυμούν μονιμοποίηση και νομιμοποίηση της διχοτόμησης. Όχι όσους επιδιώκουν μια επανενωμένη Κύπρο.

Όσο δεν επιλύεται το Κυπριακό, το πρόβλημα με τις γεωτρήσεις της Τουρκίας στα ανοιχτά της Κύπρου θα συνεχιστεί. Διότι μεταξύ της Κύπρου και της Τουρκίας δεν υπάρχει ΑΟΖ, αφού δεν έχουν συμφωνήσει οι δύο χώρες. Ο ασφαλής τρόπος είναι να βρεθεί –συμβιβαστική βεβαίως– λύση στο Κυπριακό. Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, με βάση την ήδη συμφωνημένη αρχή της πολιτικής ισότητας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Τόσο η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από την ελληνοκυπριακή πλευρά το 2004 όσο και η στάση της ελληνοκυπριακής ηγεσίας στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας το 2017 δημιουργούν καχυποψία στη διεθνή κοινότητα για την πραγματική επιθυμία της προς επίλυση του Κυπριακού.

Η Κύπρος δεν μπορεί να «σπαταλά» αλόγιστα το διπλωματικό κεφάλαιο, που της προσέφερε η ένταξή της στην ΕΕ. Καταγγελίες για τη στάση της Τουρκίας σχετικά με γεωτρήσεις δεν αρκούν. Απαιτείται ετοιμότητα από την ελληνοκυπριακή ηγεσία για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και σαφής δήλωσή της για επίλυση με βάση το πλαίσιο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες.

Η διαπλοκή του Κυπριακού με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν πρέπει να εμποδίζει την εξομάλυνση των σχέσεων αυτών. Διότι η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μπορεί να συμβάλει σε μία δίκαιη, σταθερή και βιώσιμη λύση του Κυπριακού.

Όχι στη λογική του «μηδενικού αθροίσματος»

Οι διαφορές στο Αιγαίο αποτελούν ασφαλώς τον «σκληρό πυρήνα» των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η κάθε πλευρά ισχυρίζεται ότι έχει το απόλυτο δίκαιο, καθώς και ότι η άλλη πλευρά είναι πάντα προκλητική και βρίσκεται εν αδίκω.

Αρκετοί στη χώρα μας θεωρούν ότι γενικός στόχος πρέπει να είναι: να αποκρούουμε τη στάση της Τουρκίας, να την καταγγέλλουμε, να ζητάμε κυρώσεις, αφήνοντας τα προβλήματα άλυτα. Ξεχνούν ότι μόνο με συνολική συμφωνία με την Τουρκία για το status του Αιγαίου ή με μια απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης θα κατοχυρωθούν πλήρως και τελεσίδικα τα δικαιώματα της Ελλάδας. Και θα αποφευχθούν κίνδυνοι στρατιωτικής σύγκρουσης.

Οι δύο χώρες πρέπει να ξεφύγουν από τη λογική του «μηδενικού αθροίσματος», σύμφωνα με την οποία ό,τι κερδίζει ο ένας το χάνει ο άλλος. Είναι σημαντικό να εδραιωθεί η πεποίθηση, ότι είναι δυνατόν να εξευρεθούν λύσεις που μπορεί να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα και των δύο χωρών. Στις σύγχρονες συνθήκες, η αντίληψη ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και το αίσθημα ασφάλειας του γείτονα είναι κεντρική.

Διάλογος, διαπραγμάτευση, διαμεσολάβηση είναι μέθοδοι, όχι μόνο αποδεκτές, αλλά οι μόνες που επιλύουν διεθνή προβλήματα. Έχουν επιλύσει θέματα πολύ πιο περίπλοκα και σύνθετα από ό,τι είναι οι ελληνοτουρκικές διαφορές. Οι γνωστές αντιρρήσεις, που προέρχονται από τη «σχολή της ακινησίας» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, είναι αναγκαίο να παρακαμφθούν.

Η Τουρκία έχει μια επιθετική ρητορική και τακτική, καθώς θέλει να κάνει σαφές ότι χωρίς αυτήν δεν μπορούν να υπάρξουν διευθετήσεις σε ενεργειακά ζητήματα της περιοχής. Κάποιες φορές προσφεύγει σε χρήση βίας ή απειλή βίας, κάτι απαράδεκτο. Παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνεται ότι έχει σκοπό τη δημιουργία «θερμού επεισοδίου» με την Ελλάδα. Ένα «ατύχημα», όμως, ποτέ δεν μπορεί να αποκλειστεί και κάτι τέτοιο πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο.

Οι διαφορές στο Αιγαίο δεν είναι διαφορές για εδάφη και κατοίκους, κάτι που θα τις έκανε πολύ δύσκολες στην επίλυσή τους. Αποτελούν κυρίως διαφορετικές ερμηνείες των Διεθνών Συνθηκών και για τον τρόπο εφαρμογής των Συνθηκών. Μπορούν να βρεθούν λογικές λύσεις, αμοιβαία αποδεκτές, με «θετικό άθροισμα» και για τις δύο πλευρές.

Για υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, που είναι τεχνικά νομικά θέματα, καλύτερη μέθοδος είναι η δικαστική. Για αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα), εναέριο χώρο, στρατικοποίηση νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και FIR (Περιοχή Πληροφόρησης Πτήσεων, στον διεθνή εναέριο χώρο του Αιγαίου), οι διαπραγματεύσεις είναι προσφορότερες, διότι επιτρέπουν αμοιβαίες παραχωρήσεις στο πλαίσιο ενός έντιμου συμβιβασμού.

Ο διάλογος δεν μπορεί να είναι αέναος. Αν δεν έχουμε συμφωνήσει μέσα σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, πρέπει να προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο από κοινού.

Διευθετήσεις και αποκλιμάκωση

Η Ελλάδα θα μπορούσε να πάρει την πρωτοβουλία να καταθέσει προτάσεις, των οποίων η υλοποίηση θα έθετε τέρμα σε ορισμένες εκκρεμότητες και θα βελτίωνε το κλίμα:

α) Να γίνει διάλογος, ώστε να χαραχθεί οριογραμμή στα θαλάσσια όρια Ελλάδας και Τουρκίας, βορείως των Δωδεκανήσων και μέχρι τον Έβρο, που δεν υπάρχει μέχρι σήμερα.

β) Να υπάρξει, καθ’ όλη την διάρκεια του έτους, «μορατόριουμ» για μη πραγματοποίηση από τις δύο χώρες πολυδάπανων στρατιωτικών ασκήσεων μεγάλης κλίμακας.

γ) Να συναφθεί ελληνοτουρκική συμφωνία αποκλιμάκωσης των εξοπλισμών υπό διεθνείς εγγυήσεις.

δ) Να γίνει αμοιβαία αποστρατικοποίηση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των απέναντι τουρκικών ακτών.

Η Ελλάδα και η Τουρκία θα είναι γείτονες, στους αιώνες των αιώνων. Ούτε αυτοί, ούτε εμείς μπορούμε να μετακομίσουμε σε άλλα σημεία της Γης. Ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου για τα διεθνή ύδατα(!) καλό είναι να αμβλύνει τα πάθη που τροφοδοτούν εθνικισμούς και μισαλλοδοξίες, δυσκολεύοντας τις διαπραγματεύσεις για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών.

(29.09.2020)

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος

ΠΗΓΗ

 

 

Thodoros Tsikas
İLGİNİZİ ÇEKEBİLİR X
KORONA'da 29 KASIM 2020 PAZAR VERİLERİ
KORONA'da 29 KASIM 2020 PAZAR VERİLERİ
KORONA'da 28 KASIM 2020 CUMARTESİ VERİLERİ
KORONA'da 28 KASIM 2020 CUMARTESİ VERİLERİ