Επίθεση σε στολίσκο ελευθερίας & διεθνές δίκαιο : Η ατιμωρησία είναι συνενοχή

Επίθεση σε στολίσκο ελευθερίας & διεθνές δίκαιο : Η ατιμωρησία είναι συνενοχή
Επίθεση σε στολίσκο ελευθερίας & διεθνές δίκαιο : Η ατιμωρησία είναι συνενοχή
Bu içerik 1180 kez okundu.

Γράφει ο Καδήρ Αϊκούτ

 

“φημί γαρ εγώ είναι το δίκαιον ουκ άλλο τι ή το του κρείττονος συμφέρον ” 

(λέω ότι το δίκαιο δεν είναι τίποτα άλλο από το συμφέρον του ισχυρότερου)

(Θρασύμαχος, αρχαίος Έλληνας σοφιστής)

Εισαγωγή

Στις 31 Μαΐου 2010 οι Ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν, μετά από προειδοποιήσεις, σε νηοπομπή του διεθνούς κινήματος Free Gaza. Σκοπός της νηοπομπής ήταν να σπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό, μεταφέροντας ανθρωπιστική βοήθεια στους Παλαιστινίους της Λωρίδας της Γάζας. Η νηοπομπή αρνήθηκε την πρόταση της Ισραηλινής κυβέρνησης να πλεύσει στο λιμάνι του Ασντόντ. Σύμφωνα με την πρόταση, η Ισραηλινή κυβέρνηση αρχικά θα έλεγχε την ανθρωπιστική βοήθεια   και κατόπιν θα επέτρεπε να διανεμηθεί η βοήθεια στη Γάζα.  Οι ισραηλινοί στρατιώτες επιτέθηκαν και επιβιβάστηκαν στα πλοία το βράδυ της 30ής Μαΐου 2010, ενώ τα πλοία έπλεαν σε διεθνή χωρικά ύδατα 65 χιλιόμετρα δυτικά της ακτής της Γάζας. Οι στρατιώτες κατέλαβαν χωρίς αντίσταση τα πέντε πλοία ενώ ενεπλάκησαν με επιβάτες του Mavi Marmara , με αποτέλεσμα τουλάχιστον εννέα ακτιβιστές νεκρούς και εξήντα τραυματίες.  (1)

Διεθνές δίκαιο της θάλασσας και θαλάσσιες ζώνες

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας (η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας) ο θαλάσσιος και ο υποθαλάσσιος χώρος του πλανήτη μας διέπονται από διαφορετικά νομικά καθεστώτα ανάλογα με την θαλάσσια ή υποθαλάσσια ζώνη για την οποία πρόκειται. Οι θαλάσσιες ζώνες είναι οι εξής: τα εσωτερικά ύδατα, η αιγιαλίτιδα ζώνη, η συνορεύουσα ζώνη, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και η ανοικτή θάλασσα δηλαδή τα διεθνή ύδατα. (2)Το άρθρο 8 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας δίνει τον ορισμό των εσωτερικών υδάτων, τα οποία είναι εκείνα τα ύδατα που βρίσκονται προς το εσωτερικό των   γραμμών βάσεως της χωρικής θάλασσας. (3) Ο προσδιορισμός της έκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης αλλά και των θαλάσσιων ζωνών δικαιοδοσίας προϋποθέτει τον καθορισμό σημείων κατά μήκος της ακτογραμμής από τα οποία θα μετρηθούν τα εξωτερικά όρια των ζωνών αυτών. (4) Στα εσωτερικά ύδατα περιλαμβάνονται συνήθως οι θαλάσσιες εκτάσεις μεταξύ της ακτής και της γραμμής βάσης της αιγιαλίτιδας ζώνης δηλαδή κυρίως οι κόλποι, οι λιμένες και οι εκβολές των ποταμών. (5) Η κυριαρχία ενός παράκτιου κράτους σύμφωνα με το  άρθρο 2 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας εκτείνεται πέρα από την ηπειρωτική του επικράτεια και στα εσωτερικά του ύδατα. Το παράκτιο δηλαδή κράτος έχει πλήρη κυριαρχία επί εσωτερικών υδάτων. (6)  Η αιγιαλίτιδα ζώνη είναι η θαλάσσια ζώνη η οποία εκτείνεται πέρα από την ξηρά και από τα εσωτερικά ύδατα και επί της οποίας το παράκτιο κράτος ασκεί και πάλι πλήρη κυριαρχία. (7) Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας το ανώτατο όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης είναι 12 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης. (8) Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο η αιγιαλίτιδα ζώνη εξομοιώνεται με το έδαφος και έτσι το παράκτιο κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία και δικαιοδοσία σε αυτήν. Ωστόσο υπάρχει μια μόνο εξαίρεση, αυτή της αβλαβούς διέλευσης υπό προϋποθέσεις για τα αλλοδαπά πλοία. (9)  Η συνορεύουσα ζώνη είναι μια θαλάσσια περιοχή παρακείμενη στην αιγιαλίτιδα ζώνη επί της οποίας το παράκτιο κράτος ασκεί περιορισμένα δικαιώματα ελέγχου, κυρίως διοικητικού χαρακτήρα, προς τον σκοπό της εφαρμογής της παράκτιας υγειονομικής, τελωνειακής, δημοσιονομικής ή μεταναστευτικής νομοθεσίας. (10) Σύμφωνα δε με το άρθρο 33 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας η συνορεύουσα ζώνη δεν μπορεί να εκτείνεται πέρα από τα 24 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται   το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης. (11) Το άρθρο 33 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας δεν μνημονεύει το νομικό καθεστώς των υδάτων που περιλαμβάνονται στην συνορεύουσα ζώνη σε αντίθεση με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για την Αιγιαλίτιδα Ζώνη και τη Συνορεύουσα Ζώνη που όριζε ότι η εν λόγω ζώνη αποτελεί τμήμα της ανοικτής Θάλασσας. (12) Σύμφωνα όμως με την κρατούσα άποψη το νομικό καθεστώς που διέπει την συνορεύουσα ζώνη είναι αυτή της ανοικτής θάλασσας και άρα τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα και θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο περιοριστικό στην συνορεύουσα ζώνη. (13) Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι η πέραν και παρακείμενη της αιγιαλίτιδας ζώνης θαλάσσια περιοχή  , το πλάτος της οποίας μπορεί να φθάσει τα 200 μίλια από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίδιτας ζώνης (άρθρο 57 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας). Μέσα στην ΑΟΖ το παράκτιο κράτος ασκεί συγκεκριμένες εξουσίες κυρίως για οικονομικούς σκοπούς. Η ΑΟΖ δεν ταυτίζεται ούτε με το καθεστώς κυριαρχίας της αιγιαλίτιδας ζώνης αλλά ούτε και με το καθεστώς ελευθερίας της ανοικτής θάλασσας, αλλά αποτελεί μια ειδική νομική ζώνη sui generis. Συνεπώς σε περίπτωση αμφισβήτησης δεν είναι δυνατόν να συναχθεί τεκμήριο είτε υπέρ του παράκτιου κράτους είτε υπέρ της ελευθερίας των θαλασσών. Πρόκειται για μια θαλάσσια ζώνη με καθεστώς αμιγώς λειτουργικό, το οποίο συνίσταται αφενός σε δικαιώματα του παράκτιου κράτους και αφετέρου σε δικαιώματα και ελευθερίες των υπολοίπων κρατών. (14) Τέλος υπάρχουν τα διεθνή ύδατα (ότι δεν είναι η αιγιαλίτιδα ζώνη και τα εσωτερικά ύδατα) τα οποία διέπονται από την αρχή της ελευθερίας των θαλασσών. (15) Η ελευθερία αυτή σημαίνει ότι κανένα τμήμα της ανοικτής θάλασσας δεν υπόκειται σε κρατική κυριαρχία , ούτε είναι δυνατόν να αποκτηθεί μέσω οποιουδήποτε τρόπου από οποιοδήποτε κράτος. (16)  Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τις εξής ελευθερίες : α) την ελευθερία ναυσιπλοϊας β) την ελευθερία υπέρπτησης γ) την ελευθερία τοποθέτησης υποβρύχιων καλωδίων και σωληναγωγών  δ) την ελευθερία τοποθέτησης τεχνητών νήσων και άλλων εγκαταστάσεων και τέλος )την ελευθερία αλιείας. (17) Η ελευθερία ναυσιπλοϊας και η ναυσιπλοϊα αποτελούν την πλέον παραδοσιακή χρήση της θάλασσας και τον πυρήνα της αρχής της ελευθερίας των θαλασσών. Το άρθρο 90 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, ορίζει ότι κάθε κράτος είτε είναι παράκτιο είτε όχι έχει το δικαίωμα να διαπλέει την ανοικτή θάλασσα με πλοία που φέρουν τη σημαία του. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι η ελευθερία της ναυσιπλοϊας σημαίνει ελεύθερη κυκλοφορία πλοίων που φέρουν τη σημαία δεδομένου κράτους. Η σύνδεση ενός πλοίου προς ορισμένο κράτος αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση ώστε το πλοίο αυτό να διαπλέει ελεύθερα την ανοικτή θάλασσα.  (18)

Αξίζει εδώ να σημειωθεί επίσης  ότι σύμφωνα με τις ειρηνευτικές συμφωνίες του Όσλο (1993) το Ισραήλ έχει τον έλεγχο των χωρικών υδάτων ανοικτά της Λωρίδας της Γάζας σε απόσταση 20 μιλίων (37 χιλιομέτρων) από τις ακτές.

Διεθνές δίκαιο, Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και νομιμότητα της επίθεση στο στολίσκο ελευθερίας

Όπως σημειώθηκε και παραπάνω στην ‘’Εισαγωγή’’ ο ισραηλινοί στρατιώτες επιτέθηκαν και επιβιβάστηκαν στα πλοία το βράδυ της 30ής Μαΐου 2010, ενώ τα πλοία έπλεαν σε διεθνή χωρικά ύδατα 65 χιλιόμετρα δυτικά της ακτής της Γάζας.

Η βασική αρχή που διέπει την κίνηση πολεμικών πλοίων στην ανοικτή θάλασσα είναι ότι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα παρεμβολής στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα των αλλοδαπών πλοίων. Ως εξαίρεση στην γενική αυτή αρχή θεωρείται από τη μια μεριά η άσκηση του δικαιώματος της νόμιμης άμυνας και από την άλλη το συμβατικά αναγνωρισμένο δικαίωμα της νηοψίας. Η καθ’ οποιονδήποτε τρόπο παρενόχληση αλλοδαπών πλοίων από πολεμικά πλοία στην ανοικτή θάλασσα εκτιμάται ότι μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους νόμιμης άμυνας. Ωστόσο με δεδομένο ότι το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών επιτρέπει την άσκηση ένοπλης άμυνας μόνον σε περιπτώσεις ένοπλης επίθεσης είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι δυνατόν να ασκείται προληπτικά νηοψία ή οποιαδήποτε άλλη παρεμβολή από πολεμικά πλοία στην ανοικτή θάλασσα, εκτός αν το πολεμικό υποστεί επίθεση από αλλοδαπό πλοίο.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις επίκλησης του δικαιώματος νόμιμης άμυνας για νηοψίες στην ανοικτή θάλσσα είναι οι 5.000 περίπου νηοψίες που έκαναν τα γαλλικά πολεμικά πολοία σε αλλοδαπά πλοία, κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, μεταξύ των ετών 1956 – 1962, προκειμένου να αποτρέψουν την μεταγωγή πολεμοφοδίων στους Αλγερινούς επαναστάτες. Άλλη περίπτση είναι εκείνη του αποκλεισμού (quarantine) της Κούβας το 1962 από πλοία των Η.Π.Α., της Αργεντινής, της Δομινικανικής Δημοκρατίας και της Βενεζουέλας και οι νηοψίες που ασκούνταν σε αλλοδαπά πλοία κατευθυνόμενα προς την Κούβα, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο μετέφεραν ‘’επιθετικό στρατιωτικό υλικό’’. Ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπιστούν τέτοιες ενέργειες από τα υπόλοιπα κράτη μέλη της διεθνούς κοινότητας θα είναι καθοριστικός για τη δημιουργία εθιμικού διεθνούς δικαίου.  Προς το παρόν η  νομιμότητα και των δύο παραπάνω περιπτώσεων είναι σοβαρά αμφισβητήσιμη. Εκτός από το αμφισβητούμενης ισχύος δικαίωμα παρεμβολής στην ελεύθερη ναυσιπλοϊα λόγω επίκλησης νόμιμης άμυνας όταν δεν υπάρχει ένοπλη επίθεση κατά του πλοίου, το άρθρο 110 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας καθιερώνει μια σειρά εξαιρέσεων στην παραπάνω βασική αρχή , παρέχοντας σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαίωμα της νηοψίας. (19)

Το δικαίωμα της νηοψίας παρέχεται σε ένα πολεμικό πλοίο ή σε πλοία που έχουν ειδική εξουσιοδότηση και φέρουν εμφανή διακριτικά στοιχεία στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν το αλλοδαπό πλοίο επιδίδεται σε πειρατεία β) Όταν το αλλοδαπό πλοίο επιδίδεται σε δουλεμπόριο γ) Όταν το αλλοδαπό πλοίο επιδίδεται σε παράνομες εκπομπές και το κράτος της σημαίας του πολεμικού έχει την εξαιρετική δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 109 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας δ) Όταν το πλοίο δεν έχει εθνικότητα ε) Όταν το αλλοδαπό πλοίο είτε δεν έχει σημαία είτε αρνείται να αναρτήσει αλλά στην πραγματικότητα έχει την ίδια εθνικότητα με το πολεμικό πλοίο.

Μόνο στις παραπάνω περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις το πολεμικό πλοίο μπορεί να προβεί σε εξακρίβωση του δικαιώματος του πλοίου να φέρει τη σημαία του. Η εξακρίβωση γίνεται  αρχικά με την αποστολή μιας λέμβου και στη συνέχεια με επιβίβαση μελών του πληρώματος του πολεμικού πλοίου στο ύποπτο πλοίο. Εάν μετά τον έλεγχο των εγγράφων, η υπόνοια εξακολουθεί να υπάρχει το πολεμικό πλοίο μπορεί να προβεί σε περαιτέρω έρευνα στο πλοίο, η οποία θα πρέπει να γίνεται διακριτικά. Εάν η έρευνα αποδείξει πράγματι το πλοίο είχε επιδοθεί σε μια από τις πράξεις που απαριθμεί το άρθρο 110 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας τότε η δικαιοδοσία του πολεμικού πλοίου εξαρτάται από το συγκεκριμένο αδίκημα. Για παράδειγμα εάν το υφιστάμενο τη νηοψία πλοίο αποδειχθεί ότι είναι πειρατικό τότε μπορεί να συλληφθεί κ.ο.κ. Εάν όμως οι υπόνοιες αποδειχθούν αβάσιμες και υπό την προϋπόθεση ότι το πλοίο δεν έχει διαπράξει οτιδήποτε που να δικαιολογεί τις υπόνοιες αυτές, τότε θα αποζημιωθεί για κάθε ζημία που υπέστη. (20)

Συνεπώς η επίθεση στη νηοπομπή με ανθρωπιστική βοήθεια δεν συνιστά νόμιμα άμυνα και νόμιμη νηοψία.

Ναυτικός αποκλεισμός της Λωρίδας της Γάζας, SanRemoManualκαι διεθνές δίκαιο

Φέτος τον Ιούνιο του 2013  θα κλείσουν  5 χρόνια  από τότε που εντάθηκε ο ισραηλινός αποκλεισμός της Γάζας, από στεριά, θάλασσα και αέρα,   και ο οποίος συνεχίζει να προκαλεί ένα αφάνταστο πλήγμα στην Παλαιστινιακή κοινωνία της Γάζας.  (21) Για παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου κάνει λόγο έκθεση της Επιτροπής εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα , προς το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού, αναφορικά με τον ισραηλινό αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας. Σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής  πέντε ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα,  που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη του 2011 ( στην οποία συμμετείχε και ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα Ρίτσαρντ Φολκ), ο ισραηλινός αποκλεισμός της Λωρίδας της Γάζας   υποβάλλει τους κατοίκους της Γάζας σε μαζική τιμωρία και συνιστά «κατάφωρη παραβίαση των διεθνών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ανθρωπιστικού δικαίου». (22) Συγκεκριμένα, ο  Ρίτσαρντ Φόλκ, δήλωσε ότι η επιβολή από το Ισραήλ του ναυτικού αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας αποτελεί παρατεταμένο παράδειγμα συλλογικής τιμωρίας που σαφώς απαγορεύεται από το άρθρο 33 της 4ης Συνθήκης της Γενεύης.  (23)

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο ένας αποκλεισμός είναι παράνομος αν: (24)

(Α) έχει ως μοναδικό σκοπό τον υποσιτισμό του άμαχου πληθυσμού ή απαγορεύει αντικείμενα απαραίτητα για την επιβίωσή του.

(Β) η ζημία στον άμαχο πληθυσμό είναι, ή μπορεί να αναμένεται να είναι,  υπερβολική σε σχέση με το συγκεκριμένο και άμεσο στρατιωτικό πλεονέκτημα που αναμένεται από τον αποκλεισμό.

Ως μέρος των συζητήσεων για τη νομιμότητα της Ισραηλινής στρατιωτικής επίθεσης σε διεθνή ύδατα εναντίον των πλοίων του Στολίσκου Ελευθερίας  , έχει γίνει λόγος εκ μέρους του Ισραηλινού κράτους για τη νομική θεμελίωση της συγκεκριμένης ενέργειας εν μέρει στο «Εγχειρίδιο του San Remo πάνω στο Διεθνές Δίκαιο που εφαρμόζεται στις ένοπλες θαλάσσιες συγκρούσεις.»

Σύμφωνα όμως με το νομικό κείμενο δεν μπορεί να στηριχτεί επ’ αυτού και να δικαιολογηθεί νομικά η επιδρομή των ειδικών δυνάμεων του πολεμικού ναυτικού του Ισραήλ στα πλοία του στολίσκου ανθρωπιστικής βοήθειας κι εναντίον των επιβατών τους σε διεθνή ύδατα. Το εγχειρίδιο San Remo Manual on International Law Applicable to Armed Conflicts at Sea αφορά ένοπλες συγκρούσεις στη θάλασσα μεταξύ ορισμένων μερών που εμπλέκονται στις ένοπλες αυτές συγκρούσεις (άρθρο 1). (25)  Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν έχουμε εχθροπραξίες μεταξύ αντίπαλων μερών και κυρίως δεν έχουμε κήρυξη πολέμου ή εμπόλεμη κατάσταση στη διάρκεια της οποίας έλαβε χώρα η επίθεση σε νηοπομπή, ενώ οι αποδέκτες της επίθεσης δεν μπορούν εν προκειμένου να θεωρηθούν ως το έτερο μέλος μιας σύρραξης που εγκαινιάστηκε με αυτή την επίθεση.

Τα άρθρα 10 – 12 του εγχειριδίου αναφέρουν τις προβλεπόμενες περιοχές διεξαγωγής των εχθροπραξιών και ανάμεσα σε αυτές είναι και τα διεθνή ύδατα. Όμως αυτά αφορούν τις εχθροπραξίες μεταξύ των εμπόλεμων μερών και όχι επιθέσεις εναντίον ουδέτερων μερών, μη στρατιωτικών στόχων ή πολιτικών / εμπορικών πλοίων, πλοίων που μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια,  ουδέτερων ή εχθρικών (υπάρχουν προϋποθέσεις για επιθέσεις εναντίον μη στρατιωτικών, εμπορικών πλοίων του εχθρού αλλά δεν αφορούν την συγκεκριμένη περίπτωση). (26)

Σύμφωνα με τα άρθρα 3, 6 και 9 του εγχειριδίου όλες οι διατάξεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δεν συνιστούν μέρος του εγχειριδίου συνεχίζουν να ισχύουν και δεν περιορίζονται από τις περιλαμβανόμενες σε αυτό διατάξεις. (27)

Τα άρθρα 38-46 του εγχειριδίου αναφέρουν ότι κατά τις επιθέσεις ή τις εχθρικές ενέργειές τους τα εμπόλεμα μέλη έχουν υποχρέωση να στοχεύουν μόνο στρατιωτικούς στόχους, να διακρίνουν μεταξύ μαχόμενων και πολιτών, προστατευόμενων προσώπων καθώς και αντικειμένων που εξαιρούνται ή/και δεν συνιστούν στρατιωτικούς στόχους. Επίσης πρέπει να επιλέγουν στόχους και να τους πλήττουν με τρόπο που να μην προκαλούν μη αναγκαία δεινά, θανάτους ή τραυματισμούς ή ζημιές δυσανάλογες με το άμεσο και σαφή στόχο τους. Έχουν υποχρέωση να ερευνούν όλες τις σχετικές πληροφορίες και να μην προβαίνουν σε εχθρικές ενέργειες αν αυτές οι αναμένεται να παραβιάσουν τις ανωτέρω αρχές. Στην περίπτωση αυτή, η βία που χρησιμοποιήθηκε από τον Ισραηλινό στρατό για τον έλεγχο των σκαφών ήταν δυσανάλογη, οι συνέπειές της σε θανάτους και τραυματισμούς υπερβάλλουσες και μη αναγκαίες (υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για τη στόχευση ανθρώπων που δεν απείλησαν σε καμία στιγμή και με κανένα τρόπο τους επιτιθέμενους, καθώς και για τη κακομεταχείρισή τους).

Ειδικά εδώ μας ενδιαφέρει και το άρθρο 47 του εγχειριδίου που εξαιρεί απόλυτα από τους στρατιωτικούς στόχους τα πλοία που μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια.  (28)

Σύμφωνα με το άρθρο 60 η ύπαρξη όπλων προσωπικού ή επιβατών ενός πλοίου για να χρησιμοποιηθούν αυτά ως μέσα άμυνας ενάντια σε πειρατεία ή επίθεση δεν νομιμοποιεί την στόχευση αυτών των πλοίων. Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που οι Ισραηλινοί έβρισκαν κατεξοχήν στρατιωτικά όπλα στο πλοίο – που δεν βρήκαν – αυτό δεν θα δικαιολογούσε την επίθεση. Στην περίπτωση που ένα ουδέτερο εμπορικό πλοίο φέρει όπλα που μπορούν να καταφέρουν πλήγμα, δεν αρκεί αυτό για να καταστούν στρατιωτικοί στόχοι (άρθρο 69).

Το πιο καίριο κομμάτι της επιχειρηματολογίας των Ισραηλινών για τη νομιμότητα της στρατιωτικής επιδρομής στην ανθρωπιστική νηοπομπή σε διεθνή ύδατα αφορά το άρθρο 67 του 5 κεφαλαίου του 3ου τμήματος του εγχειριδίου το οποίο επιτρέπει σε αντιμαχόμενους να επιτεθούν σε εμπορικά/μη-πολεμικά πλοία που φέρουν την σημαία τρίτων κρατών εκτός των χωρικών τους υδάτων, εφόσον είναι βέβαιοι και βάσει λογικών αποδείξεων εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες, ή πρόκειται να σπάσουν ναυτικό αποκλεισμό, και ενώ έγκαιρα τους έχουν ειδοποιήσει και αρνούνται να σταματήσουν ή επί τούτου αρνούνται –αντιδρούν σε νηοψία-έρευνα ή κατάληψη. Οι διατάξεις του όμως δεν ισχύουν στην συγκεκριμένη περίπτωση γιατί:

-          Αναφέρεται τόσο το κεφάλαιο όσο και το άρθρο αυτό σαφώς και ρητά σε «εμπορικά πλοία ουδέτερων μερών” – “neutral merchant vessels (and civil aircraft)”. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του εγχειριδίου ο ορισμός αυτής της κατηγορίας των σκαφών είναι σαφής και δεν περιλαμβάνει πλοία ανθρωπιστικής βοήθειας «εμπορικό σκάφος σημαίνει ένα σκάφος, μη πολεμικό σκάφος, ένα βοηθητικό σκάφος, ή ένα κρατικό σκάφος όπως τελωνειακό ή αστυνομικό σκάφος, το οποίο επιδίδεται σε εμπορική ή ιδιωτική υπηρεσία”

-          Δεν υπάρχει καμία εξαίρεση για τα σκάφη που φέρουν ανθρωπιστική βοήθεια, ώστε να καταστούν πολεμικοί στόχοι, είτε τα σκάφη είναι εχθρικά είτε ουδέτερα στην σύγκρουση. Η αρχική κατηγοριοποίηση των σκαφών αναιρεί την αντιστοιχία, αλλά ας δούμε και τις υποπεριπτώσεις:

  • ένα Ουδέτερο Εμπορικό σκάφος μπορεί να γίνει στόχος εάν

i) Σπάει Εμπόλεμο Αποκλεισμό (άρθρο 67a).

ii) Αν υπάρχουν Εύλογες Βάσεις/ενδείξεις ότι φέρουν μάχιμες μονάδες ή πολεμικό υλικό (άρθρο 67a, 67f)

Ως προς το:

ii) Τέτοιες ενδείξεις δεν υπήρχαν αφού  τα πλοία είχαν ελεγχθεί στα λιμάνια όπου είχαν φορτωθεί οι προμήθειες για τυχόν παρουσία στρατιωτικού υλικού, ενώ δεν υπήρξαν ούτε υπόνοιες ούτε κατηγορίες ότι φέρουν «εχθρικά στρατεύματα».
ii) Για τον αποκλεισμό, το εγχειρίδιο τον αναγνωρίζει και τον προσδιορίζει ως μέθοδο πολέμου (2ο κεφάλαιο 4ου τμήματος). Όμως, στον βαθμό που γνωρίζω, δεν έχει προσδιοριστεί η διάρκεια του αποκλεισμού, όπως απαιτείται ρητά από τις διατάξεις (άρθρο 94). Σύμφωνα με το άρθρο 106β του εγχειριδίου η έκταση, η διάρκεια, η τοποθεσία και τα μέτρα αποκλεισμού δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν αυτό που αυστηρά ορίζουν οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Επιπλέον ορίζεται ρητά ότι απαγορεύεται η κήρυξη αποκλεισμού εάν:

i) έχει ως σκοπό να οδηγήσει τον άμαχο πληθυσμό σε πείνα και σε στέρηση θεμελιωδών για την επιβίωσή του αντικειμένων (άρθρο 102α).

ii) οι συνέπειες του αποκλεισμού είναι – ή αναμένονται να είναι – υπερβολικές σε σχέση με τον συγκεκριμένο και άμεσο στρατιωτικό πλεονέκτημα που προκύπτει από την εφαρμογή του (άρθρο 102β).

Όχι μόνο αυτό αλλά σύμφωνα με το άρθρο 103 του ίδιου του εγχειριδίου εάν ο άμαχος πληθυσμός αντιμετωπίζει ελλείψεις σε φαγητό ή άλλες αναγκαίες προμήθειες, η εμπόλεμη πλευρά που έχει επιβάλλει τον αποκλεισμό οφείλει να επιτρέψει την ελεύθερη διέλευση τροφίμων και προμηθειών.

Ο Ισραηλινός αποκλεισμός της Γάζας έχει προσδιοριστεί τόσο από τις διεθνείς οργανώσεις όσο και από το συμβούλιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ ως «παράνομος» κι ως «μορφή συλλογικής τιμωρίας», πως έχει επιφέρει σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από την ανθρωπιστική βοήθεια, πως το 80% των κατοίκων της περιοχής ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, πως το 42% είναι άνεργοι, πως το 70% υπόκειται σε διατροφική ανασφάλεια, πως η ανθρωπιστική βοήθεια που προσφέρεται είναι κατά πολύ λιγότερη από την αναγκαία, πως έχει μειωθεί δραστικά τα τελευταία χρόνια, ενώ το εμπάργκο σε πολλά προϊόντα όπως οικοδομικά υλικά, πλήττει ιδιαίτερα τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων – ειδικά από τη Σφαγή του 2008-2009 και τις μαζικές καταστροφές σε επιχειρήσεις και οικίες από τους βομβαρδισμούς, που καταδίκασαν μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού να μένει μόνιμα σε κατασκηνώσεις, να φιλοξενείται σε συγγενείς και φίλους ή να πληρώνει (ακριβό) ενοίκιο ή να μένει άστεγο, ενώ αναγκαίες υποδομές όπως υπόνομοι δεν μπορούν να κατασκευασθούν. ( 29)

Από τα παραπάνω προκύπτει συνολικά και στις επιμέρους σχετικές αναφορές, πως το Ισραήλ δεν είχε καμία δικαιοδοσία ή νομιμοποίηση να διατάξει μια αιματηρή και βίαιη επιδρομή σε διεθνή ύδατα εναντίον πλοίων  ευρωπαϊκών, αμερικανικών και τουρκικών ανθρωπιστικών οργανώσεων που μεταφέρουν αναγκαίες προμήθειες για τον άμαχο πληθυσμό της Γάζας στα πλαίσια ενός αποκλεισμού χωρίς καθορισμένη περίοδο ισχύος, που πρακτικά ισχύει 43 χρόνια και έχει ενταθεί από το 2007 σε εξαντλητικό επίπεδο ενώ ταυτόχρονα παραβιάζει και τις ανθρωπιστικές διατάξεις εφαρμογής και τήρησής του.

Μπορεί η επίθεση να θεωρηθεί πειρατεία (πειρατεία juregentium) σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο;

Η πειρατεία θεωρείται έγκλημα του διεθνούς δικαίου (πειρατεία jure gentium) ενώ ο πειρατής εχθρός της διεθνούς κοινωνίας (hostis humani generic). Το πειρατικό πλοίο στερείται της προστασίας του κράτους της σημαίας και μπορεί να συλληφθεί από πλοίο οποιουδήποτε κράτους. (30) Σύμφωνα με το άρθρο 101 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας πειρατεία συνιστούν οι ακόλουθες πράξεις: (31)

α) Κάθε παράνομη πράξη βίας ή κράτησης ή αρπαγής που διαπράττεται για ιδιωτικούς σκοπούς από το πλήρωμα ή τους επιβάτες του ιδιωτικού πλοίου ή αεροσκάφους στην ανοικτή θάλασσα και που κατευθύνεται είτε εναντίον άλλο πλοίου ή αεροσκάφους ή εναντίον προσώπου ή περιουσιακών στοιχείων πάνω στο πλοίο ή το αεροσκάφος αυτό είτε εναντίον πλοίου, αεροσκάφους, προσώπων ή περιουσιακών στοιχείων σε τόπο εκτός της δικαιοδοσίας οποιουδήποτε κράτους.

β) Κάθε πράξη εκούσιας συμμετοχής στη λειτουργία ενός πλοίου ή αεροσκάφους εν γνώσει των γεγονότων που καθιστούν το πλοίο ή το αεροσκάφος αυτό πειρατικό.

γ) Κάθε πράξη υποκίνησης ή σκόπιμης διευκόλυνσης πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο α ή β παραπάνω.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε πράξη βίας εφόσον δεν αποτελεί νόμιμη άμυνα ή νηοψία ή σύλληψη πειρατικού πλοίου είναι παράνομη. Το στοιχείο β όμως όπως διατυπώθηκε παραπάνω απαιτεί η πράξη βίας να διαπράττεται από το πλήρωμα ή τους επιβάτες του ιδιωτικού πλοίου. Έτσι παράνομη βία που ασκείται από ένα πολεμικό πλοίο ή από ένα δημόσιο πλοίο, αποτελεί μεν παραβίαση του διεθνούς δικαίου αλλά δεν αποτελεί πειρατεία. Για τους σκοπούς της διαπράξεως του εγκλήματος της πειρατείας είναι πάντως δυνατόν να θεωρηθεί ως ιδιωτικό πλοίο είτε ένα πολεμικό πλοίο που δεν έχει εθνικότητα (σημαία) είτε ένα πολεμικό πλοίο που έχει καταληφθεί από στασιαστές και προβαίνει σε πειρατικές πράξεις (άρθρο 102 της Σύμβασης για Δίκαιο της Θάλασσας). (32)

Η διεθνής ευθύνη του Ισραηλινού κράτους

Όπως σε κάθε νομικό σύστημα έτσι και στην διεθνή έννομη τάξη τα κράτη υπέχουν ευθύνη όταν με τις συμπεριφορές τους βλάπτουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των άλλων κρατών.  Η ευθύνη αυτή των κρατών είναι παρακολούθημα της κυριαρχίας τους και άρρηκτα συνδεδεμένη με τη νομική ισότητα που απολαμβάνουν στο διεθνές πεδίο. Η ισότητα αυτή δεν αφορά μόνο στην επίκληση δικαιωμάτων, αλλά και στην εκτέλεση υποχρεώσεων. (33) Από τα πρώιμα χρόνια της λειτουργίας του, το ΔΔΔΔ (Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης) δήλωνε ότι αποτελεί αρχή του διεθνούς δικαίου ότι η παραβίαση οποιασδήποτε υποχρεώσεως επισύρει την υποχρέωση επανορθώσεως κατά τον προσήκοντα τρόπο. (34) Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η διεθνή ευθύνη του κράτους περιλαμβάνει το σύνολο των νέων νομικών σχέσεων που δημιουργεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η τέλεση διεθνούς αδικοπραξίας από ένα κράτος, και οι οποίες το θέτουν ενώπιον ενός άλλου κράτους ή πολλών άλλων κρατών υποκειμένων  του διεθνούς δικαίου. Αυτές οι έννομες σχέσεις δεν περιορίζονται στην υποχρέωση επανορθώσεως, αλλά περιλαμβάνουν και άλλες υποχρεώσεις, δικαιώματα και δυνατότητες όπως π.χ. η δυνατότητα το ζημιωθέν κράτος να απαντήσει σε μια αδικοπραξία με αντίμετρα.  (35)

Η διεθνής αυτή ευθύνη βέβαια δεν πρέπει να συγχέεται με αστική και ποινική ευθύνη του εσωτερικού δικαίου, καθώς τέτοιες διακρίσεις δεν υπαγορεύονται από τις ανάγκες της διεθνούς κοινωνίας.  (36)

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο η διεθνής αδικοπραξία που διαπράττει ένα κράτος επισύρει την διεθνή του ευθύνη. Η στοιχειοθέτηση της διεθνούς αδικοπραξίας απαιτεί τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων. Κατά πρώτον, μια συμπεριφορά – πράξη ή παράλειψη- που αποδίδεται στο κράτος σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και δεύτερον η συμπεριφορά αυτή να συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών υποχρεώσεων του κράτους αυτού. Μια τρίτη προϋπόθεση υπονοείται. Η διεθνής αυτή αδικοπραξία δεν πρέπει να εμπίπτει σε κάποια από τις περιστάσεις που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της. (37)

Η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει προκειμένου να διαπιστωθεί η τέλεση αδικοπραξίας συνδέεται με την απόδοση συμπεριφοράς στο κράτος. Για να στοιχειοθετηθεί διεθνής ευθύνη του κράτους θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά που συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη αποδίδεται στο κράτος. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά οφείλεται σε δική του ενέργεια. Η προϋπόθεση αυτή έχει υποκειμενικό χαρακτήρα, καθόσον επιτρέπει να προσδιοριστεί ο αυτουργός της αδικοπραξίας.

Ως νομικό πρόσωπο το κράτος ενεργεί μέσω των οργάνων του και συνεπώς η ευθύνη του εκπηγάζει από πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται σε αυτά τα όργανα. Το ποια πρόσωπα ή οντότητες έχουν την ιδιότητα του κρατικού οργάνου ρυθμίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του κάθε κράτους, εφόσον κάθε κράτος αποφασίζει ελεύθερα για την εσωτερική του οργάνωση που θα επιτρέψει να εκτελέσει τις διάφορες κρατικές λειτουργίες. Το διεθνές δίκαιο ρυθμίζεται μόνο τις συνέπειες που απορρέουν από τις παράνομες πράξεις των κρατικών οργάνων ή άλλων οργάνων που ενεργούν για λογαριασμό του κράτους.

Η συμπεριφορά οποιουδήποτε οργάνου του κράτους, δηλαδή οποιουδήποτε προσώπου ή φορέα, νομικού προσώπου ή συλλογικού οργάνου που έχει την ιδιότητα αυτή σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο θεωρείται πράξη του κράτους κατά το διεθνές δίκαιο. Πρόκειται για όργανα που ασκούν νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική ή  άλλη λειτουργία της κεντρικής κυβέρνησης ή οποιασδήποτε εδαφικής μονάδας του κράτους ανεξάρτητα από τη δομή του. Ο κανόνας εφαρμόζεται σε όλα τα όργανα από τον Αρχηγό του κράτους έως τον απλό αστυνομικό. Τα όργανα θα πρέπει βεβαίως να ενεργούν υπό την επίσημη ιδιότητα τους (es qualities)

Θεωρείται ότι ακόμα και η συμπεριφορά των κρατικών οργάνων καθώς και των προσώπων ή φορέων που ασκούν καθήκοντα δημόσιας εξουσίας αποτελεί πράξη του κράτους ακόμα και εάν τα εν λόγω όργανα, πρόσωπα ή φορείς ενεργούν καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητας τους ή παραβαίνουν εντολές σχετικά με τη δραστηριότητα τους (ultra vires). Αναγκαία και επαρκής προϋπόθεση είναι να ενεργούν υπό την επίσημη ιδιότητα τους. (38)

Το δεύτερο συστατικό στοιχείο  της διεθνούς ευθύνης είναι η αδικοπραξία να συνδέεται με την παραβίαση του διεθνούς δικαίου γενικότερα και τις διεθνείς υποχρεώσεις του κράτους ειδικότερα. Παραβίαση διεθνούς υποχρεώσεως υφίσταται όταν η συμπεριφορά που αποδίδεται στο κράτος δεν είμαι σύμφωνη με ό,τι απαιτεί από αυτό η εν λόγω υποχρέωση, οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευση ή η φύση της.  Τέτοιες περιπτώσεις είναι η επίθεση σε αλλοδαπά ιδιωτικά πλοία που πλέουν σε διεθνή ύδατα ή η κατάρριψη από ένα κράτος του αεροσκάφους ενός άλλου κράτους ενώ υπερίπταται νομίμως πάνω από το έδαφος του πρώτου ή η επίθεση σε αλλοδαπό στρατιωτικό πλοίο που προβαίνει σε αβλαβή διέλευση από την αιγιαλίτιδα ζώνη του παράκτιου αυτού κράτους.

Η διερεύνηση της παραβίασης υποχρεώσεως απαιτεί τη σύγκριση της πραγματικής συμπεριφοράς ενός κράτους με εκείνη την οποία όφειλε να ακολουθήσει σύμφωνα με τη διεθνή υποχρέωση που το βαρύνει. Εάν υπάρχει αντίφαση, εάν δηλαδή η συμπεριφορά του κράτους δεν συμφωνεί με τη συμπεριφορά που απαιτεί η διεθνής υποχρέωση που θέτει ο πρωτογενής κανόνας, τότε υπάρχει παραβίαση. (39)

Οι περιστάσεις που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα μιας κρατικής ενέργειας ενδεικτικά είναι η συναίνεση, η νόμιμη άμυνα, το αντίμετρο, η νόμιμη νηοψία, η ανωτέρα βία, η κατάσταση κινδύνου και η κατάσταση ανάγκης. (40)

Ζημιωθέν κράτος θεωρείται το κράτος που είναι  ο αποκλειστικός δικαιούχος της παραβιασθείσας υποχρεώσεως, π.χ. υποχρεώσεις που πηγάζουν από διμερείς ή πολυμερείς διεθνής συνθήκες ή πηγάζουν από εθιμικούς κανόνες που ρυθμίζουν κατ’ ουσίαν τις διμερείς σχέσεις. (41)

Οι νομικές συνέπειες της διεθνούς ευθύνης ενός κράτους είναι: (42)

-          η υποχρέωση για παύση της αδικοπραξίας (αφορά περιπτώσεις αδικοπραξιών που έχουν συνεχιζόμενο χαρακτήρα ή κίνδυνο επανάληψης π.χ. απελευθέρωση ομήρων ή απόσυρση στρατευμάτων από ξένο έδαφος ή αποχή από ορισμένη παράνομη πράξη / παράλειψη)

-          διαβεβαίωση και εγγύηση περί μη επαναλήψεων της αδικοπραξίας ( αποσκοπεί αφενός στην πρόληψη της τέλεσης παρόμοιων αδικοπραξιών από το ευθυνόμενο κράτος και αφετέρου στην ενίσχυση της μελλοντική νομικής σχέσης ανάμεσα στο ευθυνόμενο και το ζημιωθέν κράτος)

-          επανόρθωση της ζημίας ( αποσκοπεί στην εξάλειψη όλων των συνεπειών της αδικοπραξίας και στην  αποκατάσταση της προτέρας κατάστασης και αποτελεί καθιερωμένη αρχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου).

Η πλήρης επανόρθωση της ζημίας – υλικής και ηθικής – επιτυγχάνεται με την αποκατάσταση, την αποζημίωση και την ικανοποίηση. Η αποκατάσταση συνίσταται στην επαναφορά της κατάστασης που υπήρχε πριν από την τέλεση της αδικοπραξίας, αποκλείεται δε η αποκατάσταση αν είναι υλικώς αδύνατη ή αν επιφέρει δυσανάλογο βάρος για το ευθυνόμενο κράτος. (43)

Η συνηθέστερη μορφή επανορθώσεως είναι η αποζημίωση, δηλαδή η παροχή ενός χρηματικού ποσού που αποσκοπεί στην πλήρη επανόρθωση της ζημίας που προξένησε η αδικοπραξία. Η αποζημίωση αυτή καλύπτει κάθε ζημία που δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα. Καλύπτει τόσο την υλική βλάβη που έχει προκληθεί κατά του ίδιου του κράτους ή στα αγαθά του ή σε πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) που φέρουν την ιθαγένεια του όσο και την ηθική βλάβη. Επίσης καταβάλλονται οι τόκοι στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση πλήρους επανορθώσεως. (44)

Η ικανοποίηση συνιστά μια άλλη μορφή επανορθώσεως, που θεωρείται κατάλληλη για τη ζημιά που δεν αποτιμάται σε χρήμα (ηθική ή νομική ζημία). Παρόλο που έχει εξαιρετικό χαρακτήρα, ορισμένες φορές αποτελεί τη μόνη μορφή επανορθώσεως. Η ικανοποίηση μπορεί να λάβει τη μορφή αναγνώρισης της παραβίασης, εκδήλωσης μεταμέλειας, επίσημης συγγνώμης κτλπ ή οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου τρόπου (π.χ. τιμωρία υπεύθυνων προσώπων).  Η ικανοποίηση όμως υπόκειται σε δύο περιορισμούς. Δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς ζημία και δεν μπορεί να λαμβάνει ταπεινωτική μορφή για το ευθυνόμενο κράτος. (45)

Διπλωματική προστασία

Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως η παραβίαση κανόνα του διεθνούς δικαίου από ένα κράτος είναι δυνατόν να θίξει είτε απευθείας ένα άλλο κράτος είτε ένα ημεδαπό ή αλλοδαπό φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Στην πρώτη περίπτωση η διεθνής αξίωση που δημιουργείται προβάλλεται έναντι του κράτους που υπέχει διεθνή ευθύνη κατ’ αρχήν μέσω της διπλωματικής οδού με σκοπό την επίτευξη φιλικού διακανονισμού. Εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν τότε είναι δυνατόν να τεθεί σε λειτουργία ένας από τους μηχανισμούς επίλυσης των διαφορών (πολιτικός ή δικαστικός). Η άσκησης της διεθνούς αξίωσης στην περίπτωση αυτή διαμορφώνεται σε μια άμεση διαφορά μεταξύ του κράτους που προξένησε τη ζημία και εκείνου που υπέστη τη ζημία. Στην περίπτωση που η παραβίαση έχει ζημιώσει αλλοδαπό φυσικό ή νομικό πρόσωπο τότε η διεθνής αξίωση διαμορφώνεται διαφορετικά. Επειδή η διεθνής ευθύνη είναι μια σχέση κυρίως διακρατική, ο ιδιώτης που υπέστη τη ζημία από την ενέργεια ενός αλλοδαπού κράτους δεν έχει πάντοτε την δυνατότητα να προβάλλει την αξίωση του απευθείας και αμέσως έναντι του κράτους αυτού σε διεθνές επίπεδο.  Σε τέτοιες περιπτώσεις η μόνη δυνατότητα που του παρέχεται είναι να απευθυνθεί στο δικό του κράτος (δηλαδή το κράτος της ιθαγένειας του και εφόσον έχει διπλή ή πολλαπλή ιθαγένεια στο κράτος με τον οποίο συνδέεται στενότερα – ενεργητικά). Το τελευταίο αναλαμβάνει την αξίωση του υπηκόου του την οποία ασκεί έναντι του κράτους που ευθύνεται. Η ανάληψη αυτή από ένα κράτος των αξιώσεων των υπηκόων του έναντι τρίτων χωρών καλείται διπλωματική προστασία. Η διπλωματική αυτή προστασία συνίσταται δηλαδή στην επίκληση από ένα κράτος, μέσω της διπλωματικής οδού ή άλλων μεθόδων ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, της διεθνούς ευθύνης άλλου κράτους για βλάβη η οποία προκλήθηκε από αυτό το κράτος σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι πολίτης του πρώτου κράτους με σκοπό την εφαρμογή των συνεπειών αυτής της ευθύνης. (46)

Η μοναδική προϋπόθεση για την άσκηση αυτής της διπλωματικής προστασίας (εκτός από την προϋπόθεση της ιθαγένειας που αναφέρθηκε προηγουμένως) είναι η εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Έτσι για να είναι παραδεκτή η άσκηση μιας διεθνούς αξίωσης μέσω διπλωματικής προστασίας πρέπει ο ιδιώτης να έχει εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα του κράτους που υπέχει διεθνής ευθύνη. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται όταν τα διαθέσιμα εσωτερικά ένδικα βοηθήματα είτε δεν υφίστανται είτε δεν παρέχουν ελπίδα επιτυχίας.  Αυτό συμβαίνει όταν δεν υφίστανται ευλόγως διαθέσιμα εσωτερικά ένδικα μέσα για την παροχή αποτελεσματικής ικανοποίησης της αξίωσης ή τα διαθέσιμα ένδικα μέσα δεν παρέχουν εύλογη πιθανότητα ικανοποίησης της αξίωσης αυτής ή όταν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία ικανοποίησης της αξίωσης η οποία αποδίδεται στο κράτος που φέρεται να έχει διεθνή ευθύνη. (47)

Ατομική ποινική ευθύνη στο διεθνές δίκαιο – Εσωτερικά δικαστήρια

Η ανοιχτή θάλασσα είναι μια θαλάσσια ζώνη που είναι διαρκώς ανοιχτή και ελεύθερη σε όλα τα κράτη και αποτελεί res communis usus (πράγματα κοινής και αδιαίρετης χρήσης) έτσι ώστε κανένα κράτος να μην μπορεί να διεκδικήσει έγκυρα κυριαρχία στο τμήμα αυτό της θάλασσας. Η έλλειψη κυριαρχίας οδηγεί στην αδυναμία άσκησης ποινικής δικαιοδοσίας στην ανοιχτή θάλασσα αφού κανένα κράτος δεν μπορεί να θεωρήσει ότι κάποιο τμήμα της ανοιχτής θάλασσας όπου τελέστηκε μια αξιόποινη πράξη υπόκειται σε ποινική του εξουσία. Τα κράτη όμως απονέμοντας την εθνικότητα τους στο πλοίο ασκούν τη δικαιοδοσία τους στο σύνολο των ανθρώπων και αγαθών που βρίσκονται πάνω σε αυτό αφού η συντήρηση τους είναι αποστολή που απονέμεται από το διεθνές δίκαιο στο κράτος της σημαίας. Σε περίπτωση που τελεστεί μια ποινικά αξιόλογη πράξη σε ένα πλοίο το οποίο βρίσκεται στην ανοιχτή θάλασσα τότε το κράτος της σημαίας έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να ασκήσει την ποινική του δικαιοδοσία υπό μορφή δικονομικού καταναγκασμού στη θαλάσσια αυτή περιοχή. Το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα του κράτους της σημαίας του πλοίου να ασκήσει ποινική εξουσία και δικαιοδοσία (legislative and enforcement jurisdiction) στα πλοία που έχει απονείμει την εθνικότητα του όταν βρίσκονται στην ανοιχτή θάλασσα έχει υιοθετηθεί τόσο στην Σύμβαση της Γενεύης όσο και στην Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το άρθρο 6, παρ.1 της Σύμβασης για ΔΘ του 1958 αναφέρει ότι τα πλοία θα φέρουν την σημαία ενός μόνο κράτους στην αποκλειστική δικαιοδοσία του οποίου θα υπάγονται στην ανοικτή θάλασσα, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που ρητά θα διατυπώνονται είτε στην παρούσα σύμβαση είτε σε άλλες διεθνείς συμβάσεις. Την ίδια θέση επαναλαμβάνει και το άρθρο 92 της Σύμβασης για ΔΘ  το οποίο αναφέρει ότι τα πλοία στην ανοιχτή θάλασσα υπόκεινται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους της σημαίας τους εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά σε διεθνείς συνθήκες ή σε αυτή τη Σύμβαση. Η δικαιοδοσία αυτή στηρίζεται σε ποινική εξουσία πάνω σε πρόσωπα και αγαθά και όχι στην ανοιχτή θάλασσα. Κατ’ αυτό τον τρόπο αποφεύγεται το ενδεχόμενο να παραμείνει η αδικηματική πράξη που τελέστηκε στην ανοιχτή θάλασσα ατιμώρητη ως μη υπαγόμενη σε καμία ποινική εξουσία ως αν το πλοίο ήταν αδέσποτο. Τα άλλα κράτη μπορούν να εφαρμόσουν τους ποινικούς τους νόμους σε αδικήματα που τελέστηκαν επί του πλοίου (αρχή της εδαφικότητας) με βάση τις λοιπές αρχές του διεθνούς ποινικού δικαίου που υιοθετούν. (48)

Όταν υπήκοοι ξένων κρατών που έχουν επιβιβαστεί στο πλοίο διαπράξουν μια αξιόποινη πράξη ή αποτελέσουν το αντικείμενο της εγκληματικής πράξης (θύμα) υπάρχει συντρέχουσα δικαιοδοσία του κράτους της σημαίας του πλοίου και του κράτους του οποίου ο δράστης ή το θύμα είναι υπήκοος σύμφωνα με τις αρχές της ενεργητικής και της παθητικής προσωπικότητας.

Παρόλο που σύμφωνα με τον θεμελιώδη κανόνα του άρθρου 92 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα πλοία στην ανοικτή θάλασσα υπόκεινται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους της σημαίας του πλοίου  (49)  αξίζει εδώ να γίνει μνεία της απόφασης Lotus (1927)  του Διαρκούς Δικαστηρίου  Διεθνούς Δικαιοσύνης το οποίο ασχολήθηκε με το ζήτημα της άσκησης ποινικής δικαιοδοσίας σε περίπτωση σύγκρουσης πλοίων στην ανοικτή θάλασσα.  To Γαλλικό εμπορικό πλοίο Lotus συγκρούσθηκε με το τουρκικό εμπορικό πλοίο Bozkurt, στο βόρειο Αιγαίο σε διεθνή ύδατα, με αποτέλεσμα τη βύθιση του τουρκικού πλοίου. Στην απόφαση του της 27ης Σεπτεμβρίου του 1927, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία είχε συντρέχουσα δικαιοδοσία, με το σκεπτικό ότι η σύγκρουση είχε λάβει χώρα στο τουρκικό πλοίο, και ότι συνεπώς δικαιούνταν να συλλάβει και να δικάσει τον υπαίτιο αξιωματικό του γαλλικού εμπορικού πλοίου. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου αποτέλεσε αντικείμενο έντονη κριτικής, ενώ η αρχή που διατυπώθηκε ανατράπηκε με τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 10ης Μαϊού 1952, η οποία όπως ακριβώς και η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, καθιερώνει την αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους της σημαίας καθώς και τη συντρέχουσα δικαιοδοσία του κράτους της ιθαγένειας του υπαιτίου της σύγκρουσης. (50)

Πρέπει επίσης να γίνει μνεία εδώ και του άρθρου 95 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας το οποίο επαναλαμβάνει τον κανόνα του γενικού διεθνούς δικαίου , κατά τον οποίο στην ανοικτή θάλασσα τα πολεμικά πλοία απολαμβάνουν πλήρους ετεροδικίας – ασυλίας (immunity) και δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία κανενός άλλου κράτους πλην εκείνου της σημαίας τους. (51)

Ετεροδικία των ξένων κρατών καλείται η μη υπαγωγή τους στην δικαιοδοσία (αστική – ποινική) των εγχωρίων δικαστηρίων τα οποία δεν μπορούν να εκδικάζουν υποθέσεις στις οποίες διάδικο μέρος είναι ένα ξένο κράτος. Η έλλειψη δικαιοδοσίας των εγχωρίων δικαστηρίων ως συνέπεια της ετεροδικίας αποτελεί κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου και αρχικά κάλυπτε τον ηγεμόνα του κράτους ο οποίος ταυτιζόταν με το ίδιο το κράτος και κατ’ ακολουθία εξαγόταν η αρχή ότι εφόσον ο βασιλιάς και το κράτος δεν παρανομούν δεν μπορούν να παραπεμφθούν στο δικαστήριο. Με την πάροδο όμως των χρόνων η ιδέα του ανεύθυνου ηγεμόνα διαχωρίστηκε από την ιδέα της ευθύνης του κράτους και τότε αναζητήθηκε η δικαιολόγηση του προνομίου της ετεροδικίας στην αρχή της ισότητας των κρατών (par in parem non habet jurisdictionem) και στην αρχή της κρατικής κυριαρχίας ή ανεξαρτησίας των χωρών σύμφωνα με την οποία τα κράτη είναι κυρίαρχα και δεν υπόκεινται σε άλλη δικαιοδοσία εκτός από τη δική τους. Η ετεροδικία στις μέρες μας εκτείνεται στα διάφορα όργανα του κράτους που βρίσκονται σε ένα άλλο κράτος και περιλαμβάνει τα πρόσωπα που είναι στενότατα συνδεδεμένα με την λειτουργία του κράτους και ειδικότερα με τις εξωτερικές του σχέσεις (αρχηγούς κρατών, διπλωματικούς αντιπροσώπους, προξένους, δημόσια – πολεμικά πλοία, ξένα στρατεύματα κτλπ).

Έτσι υπάρχει η λεγόμενη ετεροδικία για αρχηγούς ξένων κρατών, μέλη διπλωματικών αποστολών κτλπ  οπότε αρμόδια δικαστήρια να τους δικάσουν είναι τα δικαστήρια της χώρας τους και όχι τα δικαστήρια του κράτους στο έδαφος του οποίου το έγκλημα τελέστηκε. (52)

Ατομική ποινική ευθύνη στο διεθνές δίκαιο – Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Την  λειτουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου την διέπει η αρχή της συμπληρωματικότητας. Ολόκληρος ο συλλογισμός του Δικαστηρίου βασίζεται στην αρχή της συμπληρωματικότητας, που εννοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί μόνο να ασκήσει τη δικαιοδοσία του όταν ένα εθνικό δικαστήριο αδυνατεί ή δεν θέλει να το κάνει. Η πρώτη προτεραιότητα πάντα πηγαίνει στα εθνικά δικαστήρια. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο με κανέναν τρόπο δεν έχει σκοπό να αντικαταστήσει την εξουσία των εθνικών δικαστηρίων. Ενδέχεται όμως να υπάρξουν φορές που το σύστημα των δικαστηρίων ενός κράτους καταρρέει και σταματάει να λειτουργεί. Κατά τον ίδιο τρόπο, μπορεί να υπάρχουν κυβερνήσεις που οι ίδιες υποστηρίζουν ή συμμετέχουν σε μια φρικαλεότητα, ή αξιωματούχοι που να είναι απρόθυμοι να διώξουν κάποιον με μεγάλη εξουσία.

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιληφθεί μιας υπόθεσης μόνο όταν το κράτος, στη δικαιοδοσία του οποίου εμπίπτει η εκδίκαση συγκεκριμένου εγκλήματος, αδυνατεί (inability)ή είναι γνησίως απρόθυμο (unwillingness) να επιληφθεί. Όπως παρατηρείται και στο προοίμιο του καταστατικού, κάθε κράτος έχει καθήκον να ασκεί την ποινική του δικαιοδοσία επί των υπαιτίων για διεθνή εγκλήματα. Η συμπληρωματικότητα του ΔΠΔ πρακτικά έχει τη σημασία ότι σε περίπτωση ταυτόχρονης ενεργοποίησης τόσο των εθνικών ποινικών δικαστηρίων όσο και του ΔΠΔ, το τελευταίο δε θα έχει προτεραιότητα, αλλά θα πρέπει να υποχωρήσει η αρμοδιότητά του. Η συμπληρωματικότητα του ΔΠΔ και κατά συνέπεια η προτεραιότητα των εθνικών ποινικών δικαστηρίων αντικατοπτρίζεται και στο καταστατικό του ΔΠΔ όπου στο άρθρο 17 ορίζεται ότι απαραδέκτως εισάγεται υπόθεση στο ΔΠΔ, όταν η υπόθεση ερευνάται ή έχει ασκηθεί δίωξη από τις αρχές κάποιου κράτους. Και στο άρθρο αυτό η συμπληρωματικότητα δέχεται δύο εξαιρέσεις : την απροθυμία ή την αδυναμία δίωξης από μέρους του κράτους.  Η εκχώρηση του κυριαρχικού δικαιώματος της άσκησης ποινικής δικαιοδοτικής εξουσίας στο Διεθνές αυτό όργανο πραγματοποιείται όταν συντρέχει ανάγκη, λόγω της ανεπάρκειας και της αναποτελεσματικότητας των εθνικών αρχών να επιληφθούν μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, όταν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου, που είναι η τιμώρηση των ενόχων και η καταπολέμηση της διεθνούς εγκληματικότητας. Εκχωρείται δηλαδή μόνο τόσο ποσοστό δικαιοδοσίας, όσο είναι απολύτως αναγκαίο. Για να μην δημιουργούνται αμφισβητήσεις το ίδιο το καταστατικό του δικαστηρίου στο άρθρο 17 ορίζει πότε ποιος κρίνει πότε υπάρχει απροθυμία ή αδυναμία εκ μέρους των εθνικών αρχών. Σύμφωνα με παρ.2 του άρθρου 17, το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει απροθυμία 1ον, όταν η εθνική διαδικασία ή απόφαση να μην ασκηθεί δίωξη ελήφθη προκειμένου να προστατευτεί το συγκεκριμένο πρόσωπο από την ποινική ευθύνη για εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, 2ον όταν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την πρόθεση να αχθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο ενώπιον της Δικαιοσύνης και 3ον, όταν η διαδικασία δεν διεξήχθη ανεξάρτητα ή αμερόληπτα». Σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 17, για να προσδιοριστεί η αδυναμία δίωξης των υπευθύνων από ένα κράτος , το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν, λόγω πλήρους ή ουσιαστικής κατάρρευσης ή μη ύπαρξης του εθνικού του δικαστικού συστήματος, το κράτος δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει την παρουσία του κατηγορουμένου ή να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες ή αν είναι ανίκανο να φέρει εις πέρας τη διαδικασία. Μετά βεβαίως από μια τέτοια κρίση το Δικαστήριο απαιτεί από αυτές συνεργασία για τη διενέργεια όλων των αναγκαίων ανακριτικών πράξεων και την εκτέλεση των αποφάσεων του. Έτσι μπορεί να ζητήσει την έκδοση (παράδοση ) του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το άρθρο 89 το Δικαστήριο μπορεί να διαβιβάσει αίτηση για σύλληψη και παράδοση ενός προσώπου, συνοδευόμενη από το υποστηρικτικό υλικό που ορίζεται στο άρθρο 91, σε κάθε Κράτος στο έδαφος του οποίου ενδέχεται να βρίσκεται το πρόσωπο αυτό και ζητεί την συνεργασία του Κράτους στην σύλληψη και παράδοση του προσώπου αυτού. Τα Κράτη Μέρη πρέπει συμμορφώνονται με τις αιτήσεις για σύλληψη και παράδοση. Η ουσία της εφαρμογής του διεθνούς ποινικού δικαίου ενσωματώνεται στο επιγραμματικό αξίωμα ‘aut dedere aut judicare’, το οποίο βασίζεται στην πεποίθηση ότι τα κράτη έχουν την υποχρέωση είτε να διώκουν ποινικά είτε να εκδίδουν τα άτομα που διαπράττουν διεθνή εγκλήματα και να βοηθούν τα κράτη ή διεθνή δικαιοδοτικά όργανα που ερευνούν τέτοια εγκλήματα με σκοπό την ενδεχόμενη δίωξή τους.

Επίσης  αξίζει να σημειωθεί πως το Καταστατικό του ΔΠΔ , αντικατοπτρίζοντας τη Νυρεμβέργη και τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία, αναφέρει στο άρθρο 27 ότι ενώπιόν του κανόνες προστασίας ή άλλες μορφές θωράκισης του κατηγορουμένου δεν έχουν καμία νομική βάση. Η διαδικασία θα είναι ίδια για όλους χωρίς καμία εξαίρεση ακόμα και για Αρχηγό της Κυβέρνησης, βουλευτή, εκλεγμένο αντιπρόσωπο ή κυβερνήτη. Αναλόγως, το ICJ στην υπόθεση Arrest Warrant απεφάνθη ότι ένας αξιωματούχος ή πρώην υπουργός εξωτερικών δεν θα έχει ανοσία μπροστά σε δικαιοδοτικό όργανο για εγκλήματα που.  διαπράχτηκαν εντός της δικαιοδοσίας του

 

Σύμφωνα με το Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί φυσικών προσώπων (οι οποίοι έχουν προφανώς ατομική ποινική ευθύνη) σε  4 περιπτώσεις: α) εγκλήματα πολέμου β) εγκλήματα γενοκτονίας γ) εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και δ) έγκλημα επίθεσης. (53)

Γενοκτονία σύμφωνα με το άρθρο 6 του Καταστατικού σημαίνει οποιαδήποτε από τις εξής πράξης οι οποίες διαπράττονται με πρόθεση καταστροφής εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας : ανθρωποκτονία εκ προθέσεως μελών της ομάδας, σωματικές βλάβες, επιβολή συνθηκών ζωής υπολογισμένων να επιφέρουν φυσική καταστροφή, μέτρα με σκοπό παρεμπόδιση γέννησης κτλπ.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Καταστατικού έγκλημα κατά της ανθρωπότητας σημαίνει οποιαδήποτε πράξει όταν διαπράττεται ως μέρεος ευρείας και συστηματικής επίθεσης που κατευθύνεται κατά οποιουδήποτε αμάχου πληθυσμού όπως οι ανθρωποκτονίες, οι εξοντώσεις, η υποδούλωση, τα βασανιστήρια κτλπ. Η 2η παράγραφος βέβαια του άρθρου 7 του Καταστατικού αφήνει ένα ανοιχτό παράθυρο  (όπως και το άρθρο 8 του Καταστατικού – σε εγκλήματα πολέμου) αφού αναφέρει ότι για τους σκοπούς της 1ης παραγράφου επίθεση κατευθυνόμενη κατά οποιουδήποτε αμάχου πληθυσμού σημαίνει συμπεριφορά που συνεπάγεται την κατά συρροή διάπραξη πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατά οποιουδήποτε αμάχου πληθυσμού, κατ’ εφαρμογή ή προς εξυπηρέτηση της πολιτικής ενός κράτους ή μιας οργάνωσης που στοχεύει στην διάπραξη τέτοιας επίθεσης.

Έγκλημα πολέμου σύμφωνα με το άρθρο 8 του Καταστατικού διαπράττεται σε περίπτωση εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας, σωματικής βλάβης, επίθεσης κατευθυνόμενης κατά αμάχου πληθυσμούς ως τέτοιου ή εναντίον αμάχων ατομικά, οι οποίοι δεν λαμβάνουν άμεσα μέρος στις εχθροπραξίες, επίθεσης κατευθυνόμενης κατά προσωπικού, εγκαταστάσεων, υλικού, μονάδων ή οχημάτων που χρησιμοποιούνται σε αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας ή ειρηνευτικές αποστολές σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών εφόσον δικαιούνται την προστασία που τους χορηγείται και τέλος προσβολή κατά της προσωπικής αξιοπρέπειας και ιδιαιτέρως η ταπεινωτική και εξευτελιστική μεταχείριση.

Όσον αφορά το έγκλημα της επίθεσης το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να ασκήσει δικαιοδοσία επί του εγκλήματος της επίθεσης όταν υιοθετηθεί διάταξη σύμφωνα με τα άρθρα 121 και 123 του Καταστατικού που θα ορίζει το έγκλημα και θα θέτει τους όρους υπό τους οποίους το Δικαστήριο θα ασκεί δικαιοδοσίας σε σχέση με το έγκλημα αυτό. Η διάταξη αυτή θα συνάδει προς τις σχετικές διατάξεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Στην συνάντηση που έγινε στην Καμπάλα της Ουγκάντα ειπώθηκε ότι το θέμα του τελικού ορισμού θα συζητηθεί ξανά μετά την 1η Ιανουαρίου 2017. (54)

Σύμφωνα όμως με το άρθρο 12 του καταστατικού το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την δικαιοδοσία του αν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κράτη είναι συμβαλλόμενα μέρη στο καταστατικό ή έχουν αποδεχθεί την δικαιοδοσία του δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 12 : α) το κράτος στο έδαφος του οποίου η συγκεκριμένη συμπεριφορά έλαβε χώρα ή αν το έγκλημα διαπράχθηκε επί πλοίου ή αεροσκάφους, το κράτος νηολογίου ή εγγραφής τους β) το κράτος του οποίου ο κατηγορούμενος για το έγκλημα είναι υπήκοος.

Μεταξύ των κρατών που έχουν υπογράφει το Καταστατικό της Ρώμης συνολικά 35 χώρες δεν το έχουν επικυρώσει (μεταξύ αυτών και η Τουρκία) , ενώ τρεις από αυτές, το Ισραήλ, το  Σουδάν και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατόπιν απέσυραν την υπογραφή τους και δεν συμμετέχουν. (55)

Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο οι δικηγόροι που εκπροσώπησαν θύματα της ισραηλινής επιδρομής στον στολίσκο  βοηθείας Mavi Marmara το 2010, υπέβαλαν προσφυγή στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) τον Μαϊο 2013  εκ μέρους των Κομόρων Νήσων,  τη σημαία των οποίων έφερε τουρκικής κυριότητας πλοίο τη στιγμή της επιδρομής. Οι δικηγόροι  Ramazan Arıtürk και Cihat Gökdemir κατέθεσαν μήνυση κατά του Ισραήλ στη Χάγη, αφότου έλαβαν εξουσιοδότηση από τις Κομόρους Νήσουν να πράξουν κάτι τέτοιο στο όνομά τους. Οι Κομόριοι Νήσοι συμπεριλαμβάνονται στους υπογράφοντες της ιδρυτικής συνθήκης του ΔΠΔ, του Καταστατικού της Ρώμης για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, και έτσι νομιμοποιούνται να προσφύγουν στο δικαστήριο και να αιτηθούν δίωξης για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου.

Επίσης πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να τύχει εφαρμογής η παρ. 3 του άρθρου 12 του Καταστατικού. Σύμφωνα με το άρθρο 12, παρ.3 του Καταστατικού, απαιτείται η αποδοχή Κράτους  το οποίο δεν είναι μέρος στο Καταστατικό ,το κράτος αυτό δύναται με δήλωση που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου να αποδεχθεί την άσκηση δικαιοδοσίας από το δικαστήριο σε σχέση με το συγκεκριμένο έγκλημα. Η διάταξη αυτή έχει σχεδιαστεί ειδικά για να επεκταθεί ο σκοπός του Καταστατικού με το να προσφέρει σε Κράτη που δεν είναι μέλη τη δυνατότητα να αναφέρουν ένα έγκλημα, δεχόμενα τη δικαιοδοσία ad hoc ex posto facto.  Κάτι που ίσως να φαίνεται προβληματικό είναι ότι τα Κράτη αποδέχονται δικαιοδοσία για ένα συγκεκριμένο υπό εξέταση έγκλημα. (56)

Επίλογος

Το Ισραήλ έχει αποδείξει κατά το παρελθόν ότι έχει μια εντελώς δική του άποψη και τρόπο που αντιμετωπίζει ότι αυτό θεωρεί απειλή. Ποτέ δεν σταμάτησε (και δεν το σταμάτησαν) από το να συμπεριφερθεί όπως αυτό νομίζει και θεωρεί απαραίτητο για την άμυνά του.  Έτσι το διεθνές δίκαιο που ξεκίνησε σαν όραμα των αδυνάτων   κατέληξε να αποτελεί πρόσχημα των δυνατών που το επιβάλλουν ή το παραβιάζουν, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντα τους. Σωστά προέβλεψε ο μεγάλος ιστορικός Θουκυδίδης ότι πόλεμοι, διαμάχες και γενικά βιαιοπραγίες θα επαναλαμβάνονται όσο η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια: «γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η» (Α΄ 224). Από τότε μέχρι σήμερα η τιτανική (κακή), σε αντίθεση με τη διονυσιακή (καλή), φύση του ανθρώπου δεν άλλαξε επί τα βελτίω, παρά την όποια πνευματική εξέλιξη και πρόοδο στην κοινωνική οργάνωση. Η λογική και η ηθική παρακάμπτονται τεχνηέντως κάθε φορά που το δίκαιο και το συμφέρον τέμνονται. Χαρακτηριστική είναι και η κατά Θουκυδίδη ιστορία με τους Αθηναίους και τους Μηλίους, όταν τους εκβιάζουν να μπουν στην Αθηναϊκή συμμαχία. Μετά την επιμονή των Μηλίων για ουδετερότητα, οι Αθηναίοι πιο ισχυροί, τους πολιορκούν, τους νικούν και για παραδειγματισμό τους σφάζουν. «Εμείς λένε οι Αθηναίοι δεν θα μιλήσουμε με ωραίες φράσεις, αφού ξέρετε και ξέρουμε ότι κατά την κρίση των ανθρώπων, το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του και ότι όταν αυτό δεν συμβαίνει, οι ισχυροί επιβάλλουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι παραχωρούν ό,τι τους επιβάλλει η αδυναμία τους».

Είναι ηλίου φαεινότερον ότι οι διεθνείς σχέσεις, παρόλες τις ηχηρές διακηρύξεις, βασίζονται στο καλώς ή κακώς εννοούμενο συμφέρον και το «δίκαιο του ισχυρού». Και όσο αυτό συμβαίνει, όσο το δίκαιο καταπατάται και παραβιάζεται ή όσο «μεταπλάθεται» για να συμφωνήσει με το συμφέρον των εκάστοτε ισχυρών, ο κίνδυνος επαναλήψεως τέτοιων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητος δεν θα εξαλειφθεί ποτέ.

* ο Καδήρ Αϊκούτ είναι ασκούμενος δικηγόρος

http://curia.gr/epithesi-se-stolisko-eleftherias-diethnes-dikaio-i-atimorisia-einai-sinenoxi/

Kadir Aykut
İLGİNİZİ ÇEKEBİLİR X
Bugün de yüksek: KORONA'da 25 KASIM 2020 ÇARŞAMBA VERİLERİ
Bugün de yüksek: KORONA'da 25 KASIM 2020 ÇARŞAMBA VERİLERİ
Maradona 60 yaşında hayatını kaybetti
Maradona 60 yaşında hayatını kaybetti