Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Ελλάδα καταγράφει πλέον ισχυρή παρουσία των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος.
Η ενεργειακή κρίση, η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου και του πετρελαίου και οι γεωπολιτικές αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά. Η λειτουργία της ίδιας της αγοράς, η διαχείριση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και οι ποσότητες φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας που τελικά εγχέονται στο σύστημα αποτελούν επίσης κρίσιμες παραμέτρους για τη διαμόρφωση των τιμών.
Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Ελλάδα καταγράφει πλέον ισχυρή παρουσία των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, έχοντας αυξήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια την παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Παράλληλα, όμως, αναδεικνύεται ένα παράδοξο: ενώ υπάρχει διαθέσιμη φθηνότερη «πράσινη» ηλεκτρική ενέργεια, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διαθέσιμη μεγαβατώρα καταλήγει τελικά στο σύστημα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, το 54,1% της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση προήλθε από ανανεώσιμες πηγές, έναντι 54,3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Σε επίπεδο ΕΕ, η ηλιακή ενέργεια αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πηγή ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αντιπροσωπεύοντας το 41,6% του συνόλου της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη από ΑΠΕ. Πρόκειται για αισθητή ενίσχυση σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 37%.
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η αιολική ενέργεια, με μερίδιο 27,7% στην παραγωγή ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές, ενώ ακολούθησαν τα υδροηλεκτρικά με 22,6%. Τα καύσιμα από ανανεώσιμες πηγές αντιπροσώπευσαν το 7,7%, ενώ η γεωθερμική ενέργεια και οι υπόλοιπες ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν το 0,4%.
Παρά τη συνολικά υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ στην Ευρώπη, οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν ιδιαίτερα μεγάλες. Στην κορυφή της ΕΕ βρέθηκε η Λετονία, όπου το 97,7% της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη το δεύτερο τρίμηνο του 2026 προήλθε από ανανεώσιμες πηγές, κυρίως από υδροηλεκτρική και ηλιακή ενέργεια.
Ακολούθησε η Δανία με 94,3%, με βασικό «πρωταγωνιστή» την αιολική ενέργεια, ενώ στην τρίτη θέση βρέθηκε η Κροατία με 92,2%, κυρίως χάρη στην υδροηλεκτρική παραγωγή.
Στην άλλη άκρη της κατάταξης, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Σλοβακία, όπου οι ΑΠΕ αντιπροσώπευσαν το 19,8% της ηλεκτροπαραγωγής, στην Τσεχία με 20,9% και στη Μάλτα με 24,5%.
Η Ελλάδα κινείται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Η Ελλάδα κινείται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τη συμμετοχή των ΑΠΕ, όμως η αυξανόμενη εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών φέρνει στην επιφάνεια νέες προκλήσεις. Σε ώρες υψηλής ηλιοφάνειας και χαμηλότερης ζήτησης, η μεγάλη προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά μπορεί να συμπιέσει δραστικά τη χονδρεμπορική τιμή, οδηγώντας την ακόμη και σε μηδενικά ή αρνητικά επίπεδα.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο έχει εντοπιστεί ένα φαινόμενο που έχει προκαλέσει προβληματισμό στην αγορά και εξετάζεται από τη ΡΑΑΕΥ. Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου παρατηρήθηκε υποχώρηση της φωτοβολταϊκής παραγωγής σε ορισμένες μεσημεριανές ώρες, όταν, λόγω της έντονης ηλιοφάνειας, θα αναμενόταν να βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, τον τελευταίο μήνα διερευνάται κατά πόσο παραγωγοί περιόρισαν αυτοβούλως την παραγωγή τους, πέραν των περικοπών που μπορεί να ζητεί ο ΑΔΜΗΕ για λόγους ευστάθειας του ηλεκτρικού συστήματος.
Το οικονομικό κίνητρο σχετίζεται με τις αρνητικές τιμές. Όταν η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας περάσει κάτω από το μηδέν, οι παραγωγοί μπορεί ουσιαστικά να καλούνται να πληρώσουν για την ενέργεια που εγχέουν στο σύστημα, ενώ, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, επηρεάζεται και η αποζημίωσή τους.
Η εικόνα του Αυγούστου ήταν χαρακτηριστική. Τις ώρες κατά τις οποίες η υψηλή φωτοβολταϊκή παραγωγή θα αναμενόταν να πιέζει τις τιμές προς το μηδέν, οι μηδενικές τιμές περιορίστηκαν αισθητά. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις η χονδρεμπορική τιμή έφθασε κοντά στα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές ενέργειας βρίσκονται υπό πίεση. Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου και του πετρελαίου και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ μπορούν να αυξήσουν το κόστος παραγωγής και να μεταφέρουν σημαντικές πιέσεις στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού. Δεν αρκούν, όμως, από μόνες τους για να εξηγήσουν κάθε κίνηση της ελληνικής χονδρεμπορικής αγοράς.
Η ΡΑΑΕΥ δεν έχει μέχρι στιγμής καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και δεν έχει τεκμηριωθεί χειραγώγηση της αγοράς. Η υπόθεση, ωστόσο, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αναδεικνύει ότι η πορεία των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εξωγενείς παράγοντες.
dnews

















