Η έκθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους αποδέκτες ευρωπαϊκών κονδυλίων αναλογικά με το μέγεθος της οικονομίας της.
Σημαντικές αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει, εφαρμόζει και αξιολογεί τη στρατηγική της για την καταπολέμηση της απάτης εντοπίζει νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), η οποία προειδοποιεί ότι, παρά το γεγονός ότι το υφιστάμενο πλαίσιο είναι συνολικά ολοκληρωμένο, οι δράσεις που αναλαμβάνονται συχνά δεν είναι αρκετά φιλόδοξες ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις σύγχρονες μορφές οικονομικής απάτης.
Η έκθεση εξετάζει τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την περίοδο 2021-2027, σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ διαχειρίζεται ετησίως σχεδόν 200 δισ. ευρώ μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού. Το μέγεθος αυτό καθιστά την προστασία των ευρωπαϊκών κονδυλίων κρίσιμο ζήτημα τόσο για τις Βρυξέλλες όσο και για τα κράτη-μέλη, τα οποία μοιράζονται την ευθύνη πρόληψης, εντοπισμού και αντιμετώπισης περιστατικών απάτης.
Οι ελεγκτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η στρατηγική της Κομισιόν ακολουθεί σε γενικές γραμμές τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, ωστόσο παρουσιάζει αδυναμίες στην αξιολόγηση των κινδύνων, στον σχεδιασμό των δράσεων και κυρίως στην αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Σύμφωνα με την έκθεση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην υλοποίηση διαδικασιών και λιγότερο στη μέτρηση του πραγματικού αντικτύπου των μέτρων που λαμβάνονται.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η διαπίστωση ότι η εκτίμηση κινδύνου απάτης δεν αξιοποιεί συστηματικά όλες τις διαθέσιμες πηγές πληροφοριών, όπως ακαδημαϊκές μελέτες, εξωτερικούς εμπειρογνώμονες και δεδομένα από διεθνείς οργανισμούς επιβολής του νόμου. Παράλληλα, δεν πραγματοποιούνται επαρκείς ποσοτικές αναλύσεις για την πιθανότητα και τον αντίκτυπο των κινδύνων, ενώ η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στις νέες μορφές απάτης δεν έχει αξιολογηθεί επαρκώς.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο σημειώνει ότι η αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από εγκληματικά δίκτυα μειώνει το κόστος ανάπτυξης εξελιγμένων μεθόδων εξαπάτησης, διευκολύνει τη μαζική παραγωγή πλαστών εγγράφων και δυσχεραίνει τον εντοπισμό παρατυπιών. Παράλληλα, ο ολοένα πιο διασυνοριακός χαρακτήρας των οικονομικών συναλλαγών αυξάνει την πολυπλοκότητα των ερευνών και των ελεγκτικών μηχανισμών.
Η σημασία για την Ελλάδα
Η έκθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους αποδέκτες ευρωπαϊκών κονδυλίων αναλογικά με το μέγεθος της οικονομίας της. Τα έργα του ΕΣΠΑ, οι αγροτικές ενισχύσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, τα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και οι χρηματοδοτήσεις για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση βασίζονται σε σημαντικό βαθμό σε κοινοτικούς πόρους.
Στην πράξη, οι συστάσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορούν άμεσα ελληνικούς φορείς που διαχειρίζονται ευρωπαϊκά κονδύλια, όπως υπουργεία, περιφέρειες, δήμους, αναπτυξιακές εταιρείες και οργανισμούς που υλοποιούν συγχρηματοδοτούμενα έργα. Για παράδειγμα, η ανάγκη για συχνότερη και ποιοτικότερη αξιολόγηση κινδύνων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυστηρότερους ελέγχους σε δημόσιες συμβάσεις, έργα υποδομών, προγράμματα επιδοτήσεων επιχειρήσεων και αγροτικών ενισχύσεων.
Οι ελεγκτές επισημαίνουν επίσης ότι πολλά σχέδια δράσης της Επιτροπής, αν και καλύπτουν όλο τον κύκλο καταπολέμησης της απάτης – από την πρόληψη έως τον εντοπισμό και τη διόρθωση – στερούνται σαφών στόχων, μετρήσιμων αποτελεσμάτων και συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται για τυπικές ή υποχρεωτικές ενέργειες που ήδη προβλέπονται από τους κανονισμούς και δεν προσφέρουν ουσιαστική προστιθέμενη αξία.
Για τον λόγο αυτό, το Ελεγκτικό Συνέδριο καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενισχύσει σημαντικά τα σχέδια δράσης της, συνδέοντας κάθε δράση με συγκεκριμένους στρατηγικούς στόχους, θεσπίζοντας μετρήσιμους δείκτες απόδοσης και ορίζοντας σαφή χρονοδιαγράμματα και ενδιάμεσα ορόσημα.
Ένα ακόμη εύρημα αφορά τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Σύμφωνα με την έκθεση, οι παρατηρήσεις και οι εισηγήσεις της υπηρεσίας δεν λαμβάνονται πάντα υπόψη από τις επιμέρους υπηρεσίες της Επιτροπής, ενώ δεν υπάρχει πάντοτε επαρκής παρακολούθηση των ζητημάτων που παραμένουν ανεπίλυτα. Το Ελεγκτικό Συνέδριο προτείνει την ενίσχυση της εποπτείας και της λογοδοσίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή των συστάσεων της OLAF.
Οι ελεγκτές εκφράζουν επίσης προβληματισμό για την ποιότητα της παρακολούθησης και της αναφοράς στοιχείων. Όπως αναφέρουν, οι υφιστάμενοι μηχανισμοί αξιολογούν κυρίως αν μια δράση ολοκληρώθηκε και όχι αν είχε πραγματικό αποτέλεσμα στη μείωση της απάτης. Επιπλέον, οι δείκτες που χρησιμοποιούνται διαφέρουν μεταξύ υπηρεσιών, γεγονός που δυσχεραίνει τη συνολική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ζητεί από την Κομισιόν να δημιουργήσει ένα κοινό σύστημα δεικτών, το οποίο θα επιτρέπει τη σύγκριση αποτελεσμάτων και την ετήσια αξιολόγηση της προόδου ως προς την επίτευξη των στρατηγικών στόχων.
Παράλληλα, προτείνει να δημοσιοποιούνται πιο αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τις αδυναμίες που εντοπίζονται και τους τομείς που απαιτούν βελτίωση.
dnews

















