Ηαποχή από τις συγκεκριμένες πλατφόρμες οδηγεί σε μετρήσιμη βελτίωση της ψυχικής ευεξίας, σύμφωνα με τη μεγαλύτερη μελέτη του είδους της μέχρι τώρα.
Η απενεργοποίηση των σόσιαλ μίντια για λίγες εβδομάδες ίσως μας κάνει περισσότερο καλό απ’ όσο νομίζουμε, αλλά όχι με τον τρόπο που φανταζόμαστε. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μιας από τις μεγαλύτερες και πιο φιλόδοξες επιστημονικές μελέτες που έχουν γίνει ποτέ για την επίδραση μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook και το Instagram, στην ψυχική μας κατάσταση.
Η μελέτη από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, η οποία δημοσιεύθηκε ως Working Paper από το National Bureau of Economic Research (NBER), έρχεται να ρίξει φως στον αμφιλεγόμενο αντίκτυπο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ψυχική υγεία.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε λίγο πριν τις αμερικανικές εκλογές του 2020 και δεν βασίστηκε σε απλές παρατηρήσεις ή σε ερωτηματολόγια, αλλά σε αυστηρά τυχαιοποιημένα πειράματα με σχεδόν 35.000 ενεργούς χρήστες (19.857 χρήστες του Facebook και 15.585 χρήστες του Instagram).
Οι εθελοντές, αφού συμφώνησαν να συμμετάσχουν στη μελέτη με οικονομικό κίνητρο, χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και πέρασαν τουλάχιστον 15 λεπτά την ημέρα στις δυο πλατφόρμες. Η μια ομάδα πληρώθηκε για να απενεργοποιήσει πλήρως τον λογαριασμό της για έξι εβδομάδες, ενώ η ομάδα ελέγχου μόνο για μία. Αυτός ο σχεδιασμός εξασφάλισε ότι όλοι οι εθελοντές γνώριζαν ότι συμμετείχαν σε μια μελέτη αποσύνδεσης, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο πλασματικών αποτελεσμάτων.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η απομάκρυνση από τα σόσιαλ μίντια όντως βελτιώνει τη συναισθηματική κατάσταση αλλά σε έναν μέτριο βαθμό. Όσοι απενεργοποίησαν το Facebook για όλη την περίοδο εμφάνισαν βελτίωση κατά περίπου 0,06 τυπικών αποκλίσεων σε έναν σύνθετο δείκτη που μετρά ευτυχία, άγχος και κατάθλιψη. Για το Instagram, η αντίστοιχη βελτίωση ήταν 0,041. Ενώ οι αριθμοί αυτοί μπορεί να φαίνονται μικροί, οι ερευνητές σημειώνουν ότι είναι στατιστικά σημαντικοί και ισοδυναμούν με το να δηλώσει το 3,8% των ανθρώπων ότι «συχνά» αισθάνεται ευτυχισμένο αντί να αισθάνεται «μερικές φορές» ευτυχισμένο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αποτελέσματα για το Facebook είναι στατιστικά ισχυρά, ενώ για το Instagram γίνονται πιο αδύναμα όταν ληφθούν υπόψη πολλαπλοί έλεγχοι κάτι που σημαίνει ότι η επίδραση υπάρχει, αλλά είναι περισσότερο αβέβαιη επιστημονικά. Παρόλα αυτά, η συνολική εικόνα παραμένει σαφής: η αποχή σχετίζεται με καλύτερη διάθεση.
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της μελέτης είναι η διαφοροποίηση των αποτελεσμάτων ανά δημογραφική ομάδα. Η θετική επίδραση της αποσύνδεσης από το Facebook ήταν πιο έντονη σε άτομα άνω των 35 ετών. Αντίθετα, στην περίπτωση του Instagram, τα μεγαλύτερα οφέλη παρατηρήθηκαν στις γυναίκες ηλικίας 18-24 ετών, οι οποίες ανέφεραν βελτίωση 0,111 τυπικών αποκλίσεων. Αυτό το εύρημα ευθυγραμμίζεται με τις αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με την επίδραση του Instagram στην ψυχική υγεία των νέων γυναικών, λόγω της έντονης κοινωνικής σύγκρισης και των προτύπων που προωθεί η πλατφόρμα.
Δεν αποσυνδεόμαστε, αλλά αλλάζουμε εφαρμογή
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά ευρήματα αφορά το τι κάνουν οι χρήστες όταν σταματούν να χρησιμοποιούν αυτές τις πλατφόρμες. Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση ότι «θα ζήσουμε περισσότερο offline», τα δεδομένα δείχνουν ότι αυτός ο περισσότερος χρόνος απλώς μεταφέρεται αλλού σε άλλες εφαρμογές όπως YouTube ή TikTok. Στην περίπτωση του Instagram, σχεδόν όλος ο χρόνος που εξοικονομείται δαπανάται σε μια διαφορετική χρήση του κινητού. Στο Facebook υπάρχει μια μικρή μείωση της συνολικής χρήσης (περίπου 9 λεπτά την ημέρα), αλλά και πάλι η βασική τάση είναι η μετατόπιση και όχι η αποσύνδεση.
Αυτό το εύρημα υποδηλώνει ότι η βελτίωση της ψυχικής υγείας δεν οφείλεται στην απομάκρυνση από την τεχνολογία γενικά, αλλά στην αποχή από την συγκεκριμένη εμπειρία χρήσης του Facebook και του Instagram, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει έκθεση σε πολωτικό πολιτικό περιεχόμενο ή σε στρεσογόνες κοινωνικές συγκρίσεις. Με άλλα λόγια, δεν είναι απλώς θέμα αφιέρωσης χρόνου μπροστά στην οθόνη, αλλά περιεχομένου και τρόπου χρήσης.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα είναι μικρότερα από αυτά εντατικών ψυχολογικών παρεμβάσεων (όπως η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία), αλλά παρέχουν τις πρώτες ισχυρές αποδείξεις για την αιτιώδη σχέση μεταξύ των σόσιαλ μίντια και της συναισθηματικής μας κατάστασης.
Το πολιτικό πλαίσιο της έρευνας προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Οι εκλογές του 2020 στις ΗΠΑ θεωρήθηκαν ιδιαίτερα στρεσογόνες, με περίπου 68% των ενηλίκων να δηλώνουν ότι αποτελούσαν σημαντική πηγή άγχους. Πράγματι, οι συμμετέχοντες της ομάδας ελέγχου εμφάνισαν χειρότερη συναισθηματική κατάσταση κοντά στην ημέρα των εκλογών. Εντυπωσιακά η αποχή από Facebook ή Instagram εξουδετέρωσε πάνω από το μισό αυτής της πτώσης στη διάθεση. Παρόλα αυτά, οι ερευνητές δεν βρήκαν ισχυρές ενδείξεις ότι τα αποτελέσματα εξαρτώνται από το πόσο πολιτικά ενεργός είναι κάποιος, κάτι που δείχνει ότι οι επιδράσεις είναι πιο γενικές.
Σε σύγκριση με άλλους παράγοντες, η επίδραση των σόσιαλ μίντια αποδεικνύεται μικρότερη αλλά όχι αμελητέα. Για παράδειγμα, η διαφορά στην ψυχική ευεξία μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών στο δείγμα ήταν περίπου 0,48 τυπικές αποκλίσεις, πολύ μεγαλύτερη από την επίδραση της αποχής. Αντίστοιχα, ψυχολογικές παρεμβάσεις όπως η θεραπεία ή η ενσυνειδητότητα έχουν μέση επίδραση γύρω στο 0,27, δηλαδή αρκετά υψηλότερη. Από την άλλη, η αποχή από τα σόσιαλ μίντια μπορεί να καλύψει περίπου το 15-22% αυτής της «βελτίωσης», κάτι που δεν είναι καθόλου αμελητέο για μια τόσο απλή αλλαγή συμπεριφοράς.
Η μελέτη ξεχωρίζει και για το μέγεθος και τη μεθοδολογία της, καθώς είναι περίπου 20 φορές μεγαλύτερη από προηγούμενα πειράματα και η πρώτη που εξετάζει ξεχωριστά το Instagram. Επιπλέον, βασίζεται όχι μόνο σε αυτοαναφορές αλλά και σε πραγματικά δεδομένα χρήσης από τις ίδιες τις πλατφόρμες, κάτι που επιτρέπει πιο αξιόπιστα συμπεράσματα. Οι ερευνητές συνεργάστηκαν με την Meta, η οποία παρείχε δεδομένα αλλά δεν είχε λόγο στη δημοσίευση των αποτελεσμάτων.
Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικοί περιορισμοί. Οι συμμετέχοντες δεν είναι αντιπροσωπευτικοί όλων των χρηστών, αφού πρόκειται για άτομα που δέχτηκαν να απενεργοποιήσουν τους λογαριασμούς τους έναντι αμοιβής. Η παρέμβαση διήρκεσε μόνο λίγες εβδομάδες, άρα δεν γνωρίζουμε τι θα συνέβαινε σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, η μέτρηση της συναισθηματικής κατάστασης βασίστηκε σε τρεις συγκεκριμένες ερωτήσεις, που ίσως δεν καλύπτουν όλο το φάσμα της ψυχικής υγείας.
Παρά τα όρια, το μήνυμα είναι πιο ισορροπημένο από ό,τι συχνά παρουσιάζεται στη δημόσια συζήτηση. Τα σόσιαλ δεν φαίνεται να είναι ο απόλυτος «ένοχος» για την ψυχική μας υγεία, αλλά ούτε και αθώα. Η απομάκρυνση από αυτά μπορεί να προσφέρει μια μικρή αλλά πραγματική βελτίωση, ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης αλλά για συγκεκριμένες ομάδες χρηστών το ζητούμενο δεν είναι να τα διαγράψουν από τη ζωή τους, αλλά να καταλάβουν καλύτερα πώς τους επηρεάζουν και να τα χρησιμοποιούν με μεγαλύτερη επίγνωση.
Πηγή: Allcott, H., Gentzkow, M., Wittenbrink, B., Cisneros, J. C., Crespo-Tenorio, A., Dimmery, D., ... & Tucker, J. A. (2025). The Effect of deactivating Facebook and Instagram on users’ emotional state (No. w33697). National Bureau of Economic Research.